Σάββατο 28 Ιανουαρίου 2012

2. Η Πρώτη Μέρα - 2.6 - Το πρώτο ηλιοβασίλεμα

2.6 - Το πρώτο ηλιοβασίλεμα



Μαζέψανε τα λιγοστά τους υπάρχοντα και ακολουθώντας το ρυάκι φτάσανε γρήγορα στη μεγάλη παραλία.

«Για να βρούμε κάποιο κατάλληλο μέρος για απόψε» είπε ο άντρας.

«Καλό θα ήταν να είναι κοντά στο ρυάκι» του απάντησε η γυναίκα, «για να είμαστε κοντά στο νερό».

«Έχεις δίκιο» της απάντησε, και μέσα του χάρηκε που έπαιρνε η γυναίκα την πρωτοβουλία να προτείνει κάτι που ήταν και πρακτικό αλλά και που αφορούσε και τους δύο.


Βρήκαν σύντομα ένα κατάλληλο σημείο κάτω από κάποια φοινικόδεντρα που είχαν πάρει μεγάλη κλήση προς τη θάλασσα και οι φυλλωσιές τους θα πρόσφεραν  ένα είδος κάλυψης από την υγρασία της νύχτας.

«Εδώ καλά δεν είναι;» την ρώτησε.

«Μια χαρά είναι» του απάντησε και τότε ο άντρας ακούμπησε το κιβώτιο στην άμμο κάτω από τα δέντρα. Δίπλα του ακούμπησε και τη χύτρα που την είχε φέρει γεμάτη με νερό από το ρυάκι. Τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει και μετά την κοίταξε.

«Λοιπόν, τώρα μένει να δούμε τι θα βάλουμε στο τσουκάλι. Έχουμε πάντως αρκετές καρύδες» της είπε και έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι του προς το πλάι όπου κάποιες πεσμένες καρύδες βρισκόντουσαν στο έδαφος, «αλλά ας δούμε τι άλλο θα μπορέσουμε να βρούμε. Η βραστή καρύδα είναι μεν θρεπτική αλλά από γεύση είναι μάλλον μονότονη χωρίς κάποια μπαχαρικά».

«Ενώ τα όστρακα δεν είναι καθόλου άσχημα» του απάντησε η γυναίκα. «ή τα καβούρια!» συμπλήρωσε και η φωνή της έδειξε τον ενθουσιασμό που έφερε η σκέψη. «Να πάω να δω αν μήπως βρω κάποια στα βράχια;»

«Καμιά αντίρρηση αλλά πως θα πιάσεις τα καβούρια;» την ρώτησε.

Εκείνη χαμογέλασε και έσκυψε δίπλα του. «Με αυτό» του είπε. Προφανώς είχε εντοπίσει από πριν τη σπασμένη καρύδα που ήταν δίπλα του. «Να πάρω το ένα μαχαίρι;»

«Ναι βέβαια της είπε ο άντρας και άνοιξε το κιβώτιο για να της το δώσει. Έβγαλε μετά και το δεύτερο μαχαίρι, «αυτό θα το χρειαστώ για να ανάψω τη φωτιά».

«Θα ‘χουμε και φωτιά απόψε;» η γυναίκα φάνηκε να ενθουσιάζεται με την ιδέα.

«Μα φυσικά» της απάντησε. «Πως νόμιζες ότι θα φτιάχναμε τα θαλασσινά;»

“Ξέρεις να ανάψεις φωτιά;»

«Μα γι’ αυτό έφερα τα καλάμια. Δεν είναι για προσάναμμα ξέρεις»  της είπε χαμογελώντας.

«Αυτή τη μέθοδο μάλλον δεν την γνωρίζω» του απάντησε η γυναίκα.

Ο άντρας την κοίταξε προσεκτικά προσπαθώντας να διακρίνει κάτι στο βλέμμα της. Εννοούσε ότι ήξερε άλλη ή άλλες μεθόδους; Το «μάλλον» σήμαινε ότι μπορεί και να ήξερε τη μέθοδο με τα καλάμια;

«Θέλεις να μαζέψεις μερικά ξερά για προσάναμμα» την ρώτησε. «Να εκείνες οι ξερές καρύδες έχουν τέλειες ίνες απ’ έξω».

«Ευχαρίστως»

Καθώς η γυναίκα μάζευε κάποιες σπασμένες καρύδες, ο άντρας χρησιμοποίησε το μαχαίρι για να κόψει ένα τμήμα περίπου 40 εκατοστά από ένα καλάμι. Μετά με το μαχαίρι το έσκισε προσεκτικά κατά μήκος και κοίταξε με ικανοποίηση τα δύο παρόμοια ημικυλινδρικά τεμάχια. Η γυναίκα πλησίασε με τις καρύδες κι αυτός της ζήτησε να ξύσει της καρύδες και να συγκεντρώσει μερικές από της κατάξερες σκληρές ίνες.

«Αυτές είναι που θα πιάσουν φωτιά» της είπε. «Εμείς θα πρέπει να φροντίσουμε να τις χρησιμοποιήσουμε για αν ανάψουμε κάποια μεγαλύτερα χορταράκια και κλαράκια για να μπορούμε να έχουμε τη φωτιά μας. Να, έλα και φέρε τα εδώ».

Πήγε σε ένα πεσμένο δέντρο παραδίπλα και παίρνοντας κάποια από τα ξύσματα καρύδας από το χέρι της τα ακούμπησε στον κορμό. Πήρε μετά το ένα από τα δύο τεμάχια και κρατώντας το όρθιο άρχισε να ξύνει προσεκτικά την εσωτερική αυλακωτή επιφάνεια με το μαχαίρι. Σιγά-σιγά στο κάτω μέρος του καλαμιού μαζεύτηκε μια μικρή ποσότητα από το μαλακό εσωτερικό του καλαμιού, σαν μια μικρή ποσότητα από λεπτή ξυλόσκονη. Όταν ο άντρας ικανοποιήθηκε με την ποσότητα που είχε μαζευτεί την μετέφερε προσεκτικά πάνω σε λίγες από τις ίνες καρύδας. Μετά με το μαχαίρι χάραξε μια μικρή εγκοπή στο ένα από τα δυο καλάμια και το τοποθέτησε πάνω στον κορμό του φοίνικα έτσι ώστε η εγκοπή να βρισκόταν ακριβώς πάνω από το σημείο όπου ήταν τα ξέσματα. Με το αριστερό του χέρι πίεσε  το οριζόντιο καλάμι ώστε να μη μετακινείται και με το δεξί πήρε το άλλο μισοκάλαμο και κρατώντας το γυρισμένο στο πλάι σαν μαχαίρι το τοποθέτησε μέσα στη χαρακία που είχε ετοιμάσει.
«Πρόσεξε μη κοπείς» του είπε αυθόρμητα η γυναίκα.

Έχει κι αυτή προστατευτικές τάσεις σκέφτηκε ο άντρας και χάρηκε με το ζεστό συναίσθημα που του προκάλεσαν τα λόγια της. Το ότι ο ίδιος είχε την τάση να συμπεριφέρεται προστατευτικά το γνώριζε καλά. Του το είχαν επισημάνει αρκετές φορές αλλά σπανιότατα σαν παράπονο. Ο ίδιος θεωρούσε ότι δεν ήταν καθαρά θέμα δικής του επιλογής αλλά κάτι το οποίο πήγαζε από τον ίδιο τον χαρακτήρα του. Δεν μπορούσε να μη νοιάζεται για άτομα που τα ένοιωθε κοντά του. Και ξαφνικά συνειδητοποίησε κάτι που ουσιαστικά το ήξερε από πριν. Νοιαζόταν για την άγνωστη αυτή γυναίκα που η μοίρα ή το πεπρωμένο τους είχε φέρει ναυαγούς σ’ αυτό το νησί.

«Σωστά» της απάντησε. Και σαν δεύτερη σκέψη συμπλήρωσε, «ευχαριστώ».

Φρόντισε να επιλέξει την κατάλληλη χροιά στη φωνή του όταν την ευχαρίστησε. Δεν θα ήθελε η γυναίκα να το θεωρήσει ειρωνεία εκ μέρους του.

Γιατί πρέπει πάντα να προσέχει ένας άντρας όταν μιλάει σε μια γυναίκα και να έχει πάντα το φόβο της παρερμηνείας ή της παρεξήγησης αναρωτήθηκε. Είχε διαβάσει κάπου ότι υπήρχαν κάποιες δομικές διαφορές στους εγκεφάλους ανδρών – γυναικών και ότι σε ίδια ερεθίσματα υπήρχε διαφορετική δραστηριότητα, σε διαφορετικά σημεία των εγκεφάλων τους αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί αν το άρθρο κατέληγε σε κάποιο συμπέρασμα ή όχι. Έδιωξε τις σκέψεις αυτές και στράφηκε στα καλάμια.

«Όταν δεις να βγαίνει καπνός να είσαι….». Σταμάτησε βλέποντας ότι είχε πιάσει μερικά ξέσματα καρύδας με τα δάχτυλά της. «Άσε με πρόλαβες» της είπε και τα μάτια της χαμογέλασαν με την ικανοποίηση της μικρής της νίκης.

Με γρήγορες και σταθερές κινήσεις ο άντρας άρχισε να κινεί το μισοκάλαμο μπρος-πίσω μέσα στην εγκοπή του οριζόντιου σαν να το πριόνιζε. Ο καπνός δεν άργησε να φανεί αλλά ο άντρας συνέχισε μέχρι που το οριζόντιο καλάμι άρχισε μυρίζει καμένο στο σημείο της τριβής. Τότε μόνο σήκωσε το καλάμι και αποκάλυψε τον καπνό που προερχόταν από τη ξυλόσκονη που βρισκόταν από κάτω. Έσκυψε και φύσηξε απαλά απλώνοντας ταυτόχρονα το χέρι του. Η γυναίκα του έδωσε μερικά ξέσματα καρύδας ακόμα το οποία τα πρόσθεσε στη μικρή φωτιά. Σχεδόν αμέσως έγιναν ορατές οι μικρές πύρινες γλώσσες που πάντα του θύμιζαν τις γλωσσίτσες νεοσσών που περιμένουν με ανοιχτά τα στόματα για τάισμα. Πρόσθεσε λίγα ξέσματα ακόμα για να δυναμώσει τις φλόγες ενώ η γυναίκα μάζευε μικρά κλαράκια και ξερά φύλλα από γύρω.

Ανάβοντας λίγα ξερόχορτα ο άντρας μετέφερε τη φωτιά στο σημείο που είχε επιλέξει η γυναίκα και σε δευτερόλεπτα η φωτιά τους ήταν έτοιμη.

«Καλά τα πήγαμε» είπε η γυναίκα και ο άντρας κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. «Το έχεις ξανακάνει, έτσι δεν είναι;»

«Το έχω δει να γίνεται» του απάντησε χωρίς να δώσει άλλες εξηγήσεις παρά τα ερωτήματα που διέκρινε στο πρόσωπό του. Έσκυψε και πήρε δύο από τις σπασμένες καρύδες. Είχε επιλέξει αυτές που είχαν σπάσε περιμετρικά και η κάθε μια σχημάτιζε μια πρόχειρη «κούπα».

«Πάω για ψώνια» του είπε παιχνιδιάρικα. «θέλεις κάτι;»

Σκέφτηκε αν της απαντήσει «ένα πακέτο τσιγάρα και καμιά κρύα μπύρα» αλλά το μετάνιωσε.

Συνεχίζοντας το δικό της παιχνίδι, «πάρε ότι θέλεις αρκεί να είναι φρέσκο» της είπε.

Η γυναίκα απομακρύνθηκε με κατεύθυνση προς τα βράχια. Ο άντρας πρόλαβε μόλις να δει το χαμόγελό της. Την κοίταζε για λίγο καθώς απομακρυνόταν σαν αν προσπαθούσε να καταλάβει τι και ποια ακριβώς έβλεπε. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και πως είχε βρεθεί εδώ;

Την είδε να γονατίζει κάποια στιγμή στη άκρη του νερού και κάτι να κάνει στην άμμο. Κάτι σήκωσε και του το έδειξε αλλά δεν μπόρεσε να διακρίνει τι ήταν αλλά σήκωσε το χέρι του για αν καταλάβει ότι την είχε δει.

Σηκώθηκε και πρόσθεσε λίγα κλαριά ακόμα στη φωτιά. Μετά άρχισε να μαζεύει μεγαλύτερα ξύλα και να τα στοιβάζει κοντά για να έχουν και για το βράδυ. Κάθε τόσο και λιγάκι κοιτούσε να δει που βρισκόταν η γυναίκα η οποία είχε φτάσει πια στα βράχια που βρίσκονταν λίγο πιο πέρα από την εκβολή του ρυακιού.

Βρήκε και μάζεψε τρείς πλατιές πέτρες από την ακροθαλασσιά τις οποίες τοποθέτησε γύρω από τη φωτιά με τρόπο που να σχηματίζουν ένα μεγάλο τρίγωνο με ανοιχτές τις τρείς γωνίες. Τις πέτρες τις έχωσε στο πλάι τους μέσα στην άμμο φροντίζοντας να εξέχουν το ίδιο περίπου ύψος από την άμμο. Υπολόγισε το άνοιγμα του τριγώνου να είναι μικρότερο από τη διάμετρο της χύτρας. Πάνω σε αυτές θα ακουμπούσε η χύτρα.

Είδε τη γυναίκα να κινείται πάνω στα βράχια όπου μάλλον έψαχνε για καβούρια αφού κάθε λίγο την έβλεπε να σκύβει ή και να χάνεται πίσω από κάποιο βράχο. Την παρακολούθησε για λίγο πριν σηκωθεί για να μαζέψει μερικές φρέσκιες καρύδες. Σε μια από τις καρύδες παρατήρησε κάτι που το είχε ακουστά αλλά που δεν το είχε ξαναδεί.

«Κοίτα να δεις φίλε μου» είπε σιγανά. «Σήμερα θα μου τύχουν όλα τα περίεργα;». Ξεχώρισε μια καρύδα και την έβαλε λίγο πέρα από τις υπόλοιπες. Θα της την κάνω δώρο σκέφτηκε.

Τα φρύδια του συνοφρυώθηκαν με την αυθόρμητη σκέψη αυτή σκέψη του. Τη ξέρω λίγες μόνο ώρες. Όχι, τη γνωρίζω λίγες μόνο ώρες διόρθωσε τη σκέψη του και δεν ξέρω τίποτα γι αυτήν. Και θέλω να της κάνω και δώρο; Σαν γυναίκα μου αρέσει… πολύ μάλιστα και λογικό είναι άλλωστε. Είναι έξυπνη και φαίνεται ότι ξέρει να το χρησιμοποιεί το μυαλό της. Ομολογώ ότι είναι και αντικειμενικά γοητευτική. Ψέματα! Η φωνή της συνείδησής του τον ξάφνιασε. Χαμήλωσε το κεφάλι σαν ντροπιασμένο μαθητούδι μπροστά στο δάσκαλο. Καλά, καλά είναι και αντικειμενικά όμορφη παραδέχτηκε.

Το σκάσιμο ενός κλαριού στη φωτιά τον επανέφερε στη πραγματικότητα και αμέσως κοίταξε προς το μέρος της γυναίκας. Την είδε να πλησιάζει και την παρακολούθησε όταν έσκυψε στο σημείο που την είχε δει να σκάβει νωρίτερα. Κάτι μάζεψε από την άμμο και τα έβαλε μέσα στο αυτοσχέδιο μάρσιπο που είχε κάνει  γυρίζοντας τη μπλούζα της προς τα πάνω. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι μπορούσε να έχει εκεί μέσα αλλά αν έκρινε από τον εμφάνιση είχε αρκετά πράγματα.

Η γυναίκα τον πλησίασε και στάθηκε μπροστά του κοιτάζοντας με ένα πλατύ χαμόγελο. Ο άντρας κατέβαλλε προσπάθεια να την κοιτάξει στο πρόσωπο χωρίς να αφήσει το βλέμμα του να κατεβεί στην εκτεθειμένη κοιλιά της.

«Βρήκες τίποτα… φρέσκο;» της είπε ανταποδίδοντας το χαμόγελο.

«Μόνο αυτά» του απάντησε και κατέβασε τη μπλούζα της αδειάζοντας το περιεχόμενο στα πόδια του.

Η ικανοποίηση στο πρόσωπό της ήταν ολοφάνερη αλλά και δικαιολογημένη σκέφτηκε ο άντρας κοιτάζοντας τη λεία της σύντομης εξόρμησής της.

Μπροστά του στην λευκή άμμο υπήρχαν έξι καβούρια σε μέγεθος παλάμης, αρκετά μύδια και ένα χταπόδι καλού μεγέθους! Το χταπόδι τα είχε σκοτώσει με το μαχαίρι όπως φαινόταν από το σημάδι ανάμεσα στα μάτια του. Το έμπειρο μάτι του άντρα διέκρινε αμέσως τα σημάδια. Ήξερε πολύ καλά τι έκανε.

«Υποκλίνομαι μπροστά σου» της είπε και απλώνοντας το χέρι του έπιασε τη καρύδα που είχε ξεχωρίσει. «Και σου παραδίδω το βραβείο που σου αξίζει».

Η γυναίκα κοίταξε με περιέργεια τον άντρα που της πρόσφερε γονατιστός μια καρύδα. Κοίταξε μετά και τη καρύδα που κρατούσε στο απλωμένο του χέρι και τότε κατάλαβε.

“Καρύδα με δυο mata!” αναφώνησε με έκπληξη.  «Σε ευχαριστώ. Σε ευχαριστώ πολύ!»

Πήρε την καρύδα από το χέρι του και την περιεργάστηκε με φανερή χαρά. «Είναι πολύ σπάνιες» του είπε, «τόσα χρόνια κι έχω δει μόνο δύο». Οι καρύδες έχουν συνήθως τρία «μάτια» στην κορυφή τους και αυτές με δύο μάτια θεωρούνται σπάνιες.

«Μία στις εφτά χιλιάδες αλλά πολύ σπάνια φτάνουν στις αγορές» της απάντησε. Δεν ήθελε να νομίζει ότι της πρόσφερε τη καρύδα επειδή απλά διέφερε από τις άλλες αλλά επειδή ήξερε ότι ήταν σπάνια παραλλαγή.

«Φέρνει καλή τύχη κι έτσι οι εργάτες που τις συλλέγουν τις κρατάνε και δεν τις στέλνουν στις αγορές» του είπε.

Ο άντρας κοίταξε αυτά που είχε φέρει η γυναίκα.

«Πάντως εσένα σου έφερε τύχη» της είπε, «από τη στιγμή που σου την βρήκα, βρήκες κι εσύ όλα αυτά».

«Πού «μου» τη βρήκες;»

«Ναι. Μόλις την είδα σκέφτηκα να στη δώσω»

«Καλώς. Αλλά τότε το ένα mata θα είναι δικό σου. Θα χρειαστούμε και οι δύο όση τύχη μας βρει».

Ο άντρας την κοίταξε στα μάτια. Τι παιχνίδι ήταν αυτό τώρα αναρωτήθηκε. Συνδέει τις τύχες μας;

«Σε ευχαριστώ που μοιράζεσαι την τύχη» της είπε. «Ας κρατήσουμε λοιπόν τη καρύδα αυτή για γούρι».

“Η παράδοση λέει ότι πρέπει να καταναλωθεί η καρύδα για να πάρει κανείς τη καλοτυχία της οπότε θα πρέπει να την ανοίξουμε».

«Καλά. Τότε ας την ανοίξουμε μετά το φαγητό».

Η γυναίκα συμφώνησε και πρόσθεση λίγα ξύλα ακόμα στη φωτιά.

«Να χρησιμοποιήσουμε τη χύτρα για να βράσουμε τα μύδια ή τα προτιμάς ωμά; Τα καβούρια θα είναι νόστιμα στα κάρβουνα νομίζω» του είπε.

«Και το χταπόδι το ίδιο» απάντησε αυτός. «Μπορούμε να το ψήσουμε αλλά τα μύδια και τα’ άλλα δεν με ενοχλεί να είναι ωμά».

«Οπότε αφήνουμε τη χύτρα όπως είναι με το νερό. Έχω το μπουκάλι αλλά δεν χωράει και πολύ νερό και δεν θα ‘θελα να τρέχουμε για νερό το βράδυ».

Ασχοληθήκανε με την προετοιμασία του δείπνου αρχίζοντας από το χταπόδι το οποίο ο άντρας το τεμάχισε και στη συνέχεια κάρφωσε τα κομμάτια πάνω σε κλαράκια και τα έστησε περιμετρικά της φωτιάς για να αρχίσουν να ψήνονται. Η γυναίκα άπλωσε λίγο τη θράκα που είχε σχηματιστεί και πάνω στη χόβολη τοποθέτησε τα καβούρια. Μετά άνοιξε ένα-ένα τα μύδια και τα ξέπλυνε στη θάλασσα.

Ο άντρας παρακολούθησε γοητευμένος τη φιγούρα της καθώς επέστρεφε από τη θάλασσα. Ο ουρανός πίσω της είχε χρωματιστεί με τα ζωηρά χρώματα του ηλιοβασιλέματος αποτελώντας το καλύτερο δυνατό φόντο. Δεν το ήξερε ακόμα αλλά η εικόνα αυτή θα έμενε για πάντα χαραγμένη στη μνήμη του.

Η γυναίκα έκατσε απέναντί του και του πρόσφερε από τα μύδια που κρατούσε στις απλωμένες παλάμες της. Αυτός πήρε ένα μύδι και με το μαχαίρι του το ξεκόλλησε από το κέλυφος. Μετά έγειρε το κεφάλι του πίσω και το άφησε να γλιστρήσει μέσα στο στόμα του. Το κατάπιε χωρίς να το μασήσει σαν να ‘ταν στρείδι και το ύφος του έδειξε την ευχαρίστησή του.

«Πολύ νόστιμο» της είπε. «έλα δώσε μου μερικά ακόμα για να μπορείς να φάς κι εσύ»

Η γυναίκα άπλωσε τα χέρια της κι αυτός πήρε άλλα τρία μύδια αφήνοντας της ένα περισσότερο. Το ίδιο θα είχε κάνει αν ο αριθμός των μυδιών ήταν μονός. Ήταν θέμα ανατροφής και χαρακτήρος γι αυτόν και δεν είχε σκοπό να αλλάξει τώρα. Ο άντρας ήταν απ’ αυτούς που δεν έκαναν ποτέ τη κίνηση να πάρουν τον τελευταίο  μεζέ ή να αδειάσουν ένα μπουκάλι.

Έφαγαν τα μύδια χωρίς να ανταλλάξουν άλλη κουβέντα και οι μόνοι ήχοι ήταν αυτοί της φωτιάς και ο απαλός ήχος της θάλασσας που γλιστρούσε πάνω στην άμμο της ακρογιαλιάς. Κατά διαστήματα ακουγόταν το τσιτσίρισμα από τα καβούρια και τα κομμάτια του χταποδιού καθώς ψηνόντουσαν. Η μυρωδιές που άφηναν αύξαναν την ανυπομονησία τους να τα γευτούν και δεν άργησε να γίνει η αρχή.

«Υπέροχο δεν είναι;». Η γυναίκα δεν έκρυβε την ιδιαίτερη μάλλον συμπάθειά της για ψητά καβούρια.

«Θαρρώ πώς δεν έχω δοκιμάσει νοστιμότερο» της απήντησε. «Και νομίζω πως μάλλον είναι έτοιμο και το χταπόδι».

Πήρε ένα από τα κομμάτια και της το πρόσφερε. Η γυναίκα τον ευχαρίστησε και το πήρε. Προσεκτικά το έφερε στο στόμα της φυσώντας το για να το κρυώσει λίγο. Πήρε κι αυτός ένα κομμάτι και ακολούθησε την ίδια διαδικασία.

«Χμμ τέλειο!»

Η γυναίκα δεν απάντησε. Μασούσε με απόλαυση και κούνησε απλά το κεφάλι της καταφατικά.

Δεν υπάρχουν σχόλια: