Ι. Η Άφιξη.
Δεν ήταν σίγουρο το τι τον ξύπνησε. Το χάδι του απαλού κύματος που κάθε τόσο του έβρεχε τα πόδια ή μήπως ο πόνος από το τραύμα. Όπως και να' χε, σχεδόν αμέσως ξαναβυθίστηκε στον γλυκό ύπνο που φέρνει η εξάντληση. Δεν ήταν γι αυτόν η στιγμή να ακούσει το σιγανό τραγούδι της θάλασσας ούτε να στήσει αυτί στα κελαϊδίσματα των πουλιών. Στο θολωμένο του μυαλό του αρκούσε η συνειδητοποίηση ότι ήταν ακόμα ζωντανός.
Έμεινε εκεί ακίνητος για αρκετή ώρα και όταν ξανάνοιξε δειλά-δειλά τα μάτια του κατάλαβε ότι σε λίγο θα έπεφτε η νύχτα. Αφουγκράστηκε το περιβάλλον γύρω του πριν κάνει την όποια κίνηση να ανασηκωθεί. Με την πρώτη όμως απόπειρα το πρόσωπό του συσπάστηκε σαν ένοιωσε τον πόνο που του έκοψε την ανάσα. Ενστικτωδώς έφερε το χέρι του στα πλευρά του και ανασηκώθηκε καθιστός για να δει καλύτερα. Παρά τα ξεραμένα αίματα ένοιωσε ανακούφιση όταν συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερα σοβαρό αλλά και οι εκδορές όμως θα ήθελαν κάποια περιποίηση σκέφτηκε. Και τότε σαν αστραπή του ήρθαν όλα στο νου και μετά μιας στράφηκε προς τη θάλασσα, αυτή που τον είχε φέρει εδώ που βρισκόταν. Και θυμήθηκε τα όσα είχαν προηγηθεί...
Θυμήθηκε την ξαφνική άπνοια και τον ουρανό που σε ελάχιστο χρόνο αντάλλαξε
την γαλήνια χρώση του τη γαλάζια με μια μολυβένια, βαριά και απειλητική. Έφερε
στο νου του την απορία του και συνάμα την αγωνία του, την αγωνία ενός ανθρώπου
που βρισκόταν ολομόναχος σε ένα απέραντο ωκεανό. Παρά την πολύχρονη εμπειρία
του, δεν μπορούσε να κατανοήσει τα σημάδια αυτά της φύσης και δεν του έμενε
παρά να παρατηρεί με δέος το φαινόμενο. Το μολυβένιο τ’ ουρανού είχε σμίξει με
τη θάλασσα και έδειχνε να πλησιάζει με μεγάλη ταχύτητα και παρ’ ότι καταλάβαινε ότι το τείχος αυτό που έβλεπε ήταν
ακόμα σε μεγάλη απόσταση ήξερε ότι σύντομα θα έφτανε στο σκάφος. Για πρώτη φορά
μετά από πάρα πολύ καιρό ένοιωσε μια έντονη αίσθηση μοναξιάς και απ’ τη σκέψη
πέρασε το ερώτημα αν αυτό ήταν έκφραση του φόβου του ή απλώς η αναζήτηση ενός χεριού
να κρατάει το δικό του μπροστά στο επερχόμενο τέλος. Το μοναδικό συμπέρασμα στο
οποίο μπορούσε να καταλήξει ήταν ότι βρισκόταν μπροστά σε ένα τσουνάμι, μπροστά
σε ένα τεράστιο παλιρροιακό κύμα που είχε ακούσει ότι δημιουργούνται μετά από
κάποιο ισχυρό υποθαλάσσιο σεισμό, ή μετά από υποθαλάσσια έκρηξη ηφαιστείου. Δεν
ήταν σίγουρος πιο από τα δύο αλλά δεν είχε και σημασία τώρα πια, το μέτωπο είχε
ήδη καλύψει τη μισή απόσταση.
Το πρώτο κύμα που αισθάνθηκε τον ανάγκασε να πιαστεί από το κάγκελο της κουπαστής
για να μείνει όρθιος και τα μάτια του γούρλωσαν μπροστά στο ανεξήγητο. Το κύμα
που ένοιωσε ήταν σαν να είχε βρεθεί μπροστά σε ένα τεράστιο ηχείο από ‘κείνα
που είχε δει σε συναυλίες και των οποίων ο ήχος μπορούσε να αλλάξει ακόμα και
τον ρυθμό της καρδιά σου αν βρισκόσουν μπροστά τους. Ωστόσο παρά την ίδια
αίσθηση πίεσης δεν υπήρχε κανένας δυνατός ήχος! Το πρώτο αυτό ωστικό κύμα –έτσι
το είχε θεωρήσει – το ακολούθησαν αλλεπάλληλα άλλα που των ανάγκασαν να καλυφθεί
σκύβοντας κάτω στο κατάστρωμα. Από συνήθεια παρά από κάποια ανάγκη έριξε μια ματιά
στη πυξίδα και μετά ξανακοίταξε σαστισμένος. Η βελόνα είχε τρελαθεί εντελώς και
περιστρεφόταν πότε από τη μια και πότε από την άλλη με μεγάλη ταχύτητα.
Σαστισμένος κοίταξε προς τον πίνακα με τα ηλεκτρονικά όργανα και τα είδε όλα
σβηστά.
«Τι στο διάολο γίνεται;» αναρωτήθηκε
και τότε το γκρίζο τείχος τον έφτασε. Η τελευταία σκέψη του πριν χάσει τις
αισθήσεις του ήταν ότι δεν είδε κανένα υδάτινο τείχος όπως θα περίμενε σε ένα
τσουνάμι. Μετά ένοιωσε ένα περίεργο αίσθημα, μια έντονη μυρμηκίαση σε όλο του
το σώμα και μετά το σκοτάδι.
Ο άνδρας
κοίταξε γύρω του. Βρισκόταν σε μια παραλία από ψιλή άμμο, πίσω του σε μικρή
απόσταση από τη θάλασσα υπήρχε ένα πυκνό δάσος αλλά από τη θέση που βρισκόταν
δεν μπορούσε να καταλάβει την έκταση η το βάθος του δάσους. Γυρίζοντας το κεφάλι
του είδε ότι από τη μια μεριά η παραλία επεκτεινότανε για αρκετή απόσταση, την
υπολόγισε στα 100 με 150 μέτρα πριν συναντήσει μια σειρά από ψηλά βράχια τα
οποία με τη σειρά τους απλώνονταν λοξά μέσα στη θάλασσα. Το βλέμμα του στράφηκε
προς την άλλη μεριά και διαπίστωσε μια παρόμοια εικόνα με άγρια βράχια
χαμηλότερου όμως ύψους τα οποία ακολουθούσαν μια πορεία αντίθετη από την άλλη
ακτογραμμή. Στο μυαλό του ήρθε η εικόνα ενός καβουριού. Αυτό του θύμιζαν οι δυο
αντικριστοί κάβοι που εκτείνονταν δεξιά και αριστερά σαν τις δαγκάνες ενώ αυτός
καθόταν στο σώμα του κάβουρα που αντιστοιχούσε στη παραλία όπου βρισκόταν.
Ανάμεσα στις δαγκάνες σχηματιζόταν ένας μικρός κόλπος. Ήταν μια εικόνα που την είχε δει πολλές φορές
σε πολλά από τα νησιά και τις ατόλες απ’ τα οποία είχε περάσει στο ταξίδι του.
Κοίταξε τότε
πιο προσεκτικά και αμέσως διέκρινε αυτό που περίμενε να δει. Παρά την ήρεμη
επιφάνεια του νερού μέσα στον κόλπο η θάλασσα ανάμεσα στις δύο δαγκάνες ήταν
άλλη περίπτωση. Εκεί τα κύματα του ωκεανού, που διέκρινε στο βάθος, έσκαγαν αφρίζοντας
πάνω σε αόρατα βράχια.
Σε ατόλη βρίσκομαι, σκέφτηκε ο άνδρας αλλά δεν
κατάφερε να εκφωνήσει και τα λόγια το στεγνό του στόμα δεν τον άφησε. Κατάλαβε
τότε ότι διψούσε πολύ. Ενστικτωδώς προσπάθησε να υγράνει τα χείλη του αλλά η
στεγνή γλώσσα δεν τα κατάφερε. Σκέφτηκε ότι θα έπρεπε να κάνει μια προσπάθεια
να ανακουφίσει τη δίψα του πριν πέσει η νύχτα και με κόπο σηκώθηκε όρθιος. Τίναξε τα ρούχα του, λες και θα καθάριζαν μ
αυτό και κοίταξε πάλι γύρω του για να αποφασίσει προς τα πού θα πήγαινε.
Αποφάσισε και κατευθύνθηκε προς τα πλησιέστερα βράχια. ‘Έκανε δυο βήματα και
σταμάτησε ξαφνιασμένος. Στην υγρή άμμο διέκρινε κάτι που έμοιαζε με ανθρώπινη
πατημασιά αλλά πριν καλά-καλά προλάβει να σιγουρευτεί το κύμα την εξαφάνισε. Γυρίζοντας
κοίταξε προς τα δέντρα αφήνοντας το βλέμμα του να σαρώσει προσεκτικά όλη τη
σειρά που αγκάλιαζε την παραλία.
Μπορεί να
ήταν δική μου η πατημασιά σκέφτηκε αλλά μετά αναίρεσε τη σκέψη κοιτώντας τα
πόδια του. Φορούσε ακόμα τα πάνινα που συνήθιζε να φοράει πάνω στο κατάστρωμα.
Μάλλον θα έκανε λάθος. Ποιος θα μπορούσε να είναι εδώ στο νησί άλλωστε? Πριν
τον χτυπήσει το ωστικό κύμα στο σκάφος ήξερε ότι βρισκόταν στην πιο έρημη
περιοχή του ωκεανού. Τα νησιά Πίτκαιρν τα είχε αφήσει πίσω του σχεδόν δυο βδομάδες
νωρίτερα και στη πορεία του δεν υπήρχαν άλλα χαρτογραφημένα νησιά παρά μετά από
μερικές χιλιάδες μίλια. Έφερε μηχανικά το χέρι του και χάδεψε τα γένια του, μια
συνήθεια που συνδύαζε με τη σκέψη.
Που στο καλό
είμαι αναρωτήθηκε.
Νερό!
Δεν είχε
χρόνο για χάσιμο με σκέψεις και ερωτήματα. Με γρήγορες κινήσεις έλυσε τα λουριά
και έβγαλε το ναυαγοσωστικό γιλέκο που φορούσε και το ακούμπησε στην άμμο. Αυτό
μ’ έσωσε σκέφτηκε. Χωρίς το γιλέκο θα ήμουν τώρα ψαροτροφή.
Σιγά-σιγά προχώρησε προς τα βράχια και με ανακούφιση
ένοιωσε ότι ο πόνος στο πόδι δεν ήταν όσο οξύς περίμενε. Η κίνηση μάλλον
βοηθούσε παρά το αντίθετο. Σε λίγο έφτασε στα βράχια και άρχισε προσεκτικά να
τα σκαρφαλώνει. Από την όψη τους κατάλαβε ότι ήταν ηφαιστειακής προέλευσης,
κάτι που δεν του προξένησε καμιά έκπληξη. Τα περισσότερα νησιά και ατόλες του Ειρηνικού ήταν είτε δημιουργήματα είτε τα
απομεινάρια ηφαιστείων.
Σε
λίγο βρέθηκε στην κορυφή των βράχων και από την θέση αυτή άφησε το βλέμμα του
να περιπλανηθεί πάνω από τις κορυφές των δέντρων πίσω του. Η θέα των εξέπληξε
αλλά όσο τόσο όσο η διαπίστωση ότι δεν βρισκόταν σε κάποια ατόλη όπως είχε
πιστέψει αλλά σε ένα νησί! Ένα χαμηλό νησί αλλά καταπράσινο και κατάφυτο! Το
μόνο ψηλό σημείο που μπορούσε να διακρίνει ήταν ένας λόφος σχεδόν στο κέντρο
του νησιού.
Τα
ξεραμένα χείλη του σχημάτισαν ένα αμυδρό χαμόγελο, την πρώτη έκφραση χαράς από
τότε που βρέθηκε στο νησί. Για να υπάρχει τέτοια βλάστηση δεν θα αρκούσε μόνο η
βροχή. Το νησί πρέπει να έχει και κάποια ή κάποιες πηγές νερού σκέφτηκε, πρέπει
να τις βρω.
Έκανε
λίγα βήματα πάνω στα βράχια για νε δει καλύτερα τη θάλασσα και τη μπούκα του
κόλπου και η απότομη κραυγή ενός πουλιού που πετάχτηκε από τα βράχια δίπλα του
παραλίγο να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του. Το πουλί συνέχισε να κραυγάζει
για λίγο ακόμα κάνοντας κύκλους πάνω από το κεφάλι του αλλά μετά εγκατέλειψε το
πεδίο και απομακρύνθηκε. Ο άνδρας έκανε μερικά βήματα προς το σημείο απ’ όπου
είχε πεταχτεί το πουλί και η ανακάλυψη του έδωσε νέα δύναμη. Σε μια ακατάστατη
φωλιά από κλαράκια είδε τρία αυγά.
Χωρίς
καθυστέρηση ο άνδρας άνοιξε ένα από τα αυγά χτυπώντας το προσεκτικά στο βράχο
και άφησε το περιεχόμενο να αδειάσει στο στόμα του. Το κράτησε για λίγο εκεί
για να απαλύνει τη δίψα του και μετά μόνο το κατάπιε. Επανέλαβε τη διαδικασία
και με το δεύτερο αυγό αλλά το τρίτο αποφάσισε να το κρατήσει για αργότερα. Η
ανακάλυψη των αυγών σε συνδυασμό με τις κραυγές των πουλιών που άκουγε γύρω του
ήταν μια μεγάλη ανακούφιση. Τουλάχιστον δεν θα πεθάνω από τη πείνα σκέφτηκε.
Ό ήλιος είχε κατέβει πια αρκετά
χαμηλά στον ορίζοντα και τα πρώτα άστρα είχαν ήδη κάνει την εμφάνισή τους. Ο
άνδρας πήρε το δρόμο του γυρισμού θέλοντας να κατεβεί από τα βράχια όσο υπήρχε
ακόμα καλή ορατότητα και σύντομα βρέθηκε και πάλι στη παραλία. Μάζεψε το γιλέκο
που είχε αφήσει στην άμμο και πλησίασε τα δέντρα. Δεν του προξένησε καμιά
εντύπωση που τα δέντρα πλησιέστερα στη θάλασσα ήταν φοινικόδεντρα. Τα ίδια
υπήρχαν στα περισσότερα από τα διάσπαρτα νησάκια που είχε επισκεφτεί. Οι
ανθεκτικοί σπόροι τους μεταφέρονται από τα θαλάσσια ρεύματα και από τα πουλιά
σε μεγάλες αποστάσεις και καταφέρνουν να φυτρώσουν όπου βρουν κατάλληλο έδαφος.
Διέκρινε ωστόσο ότι πίσω από τα φοινικόδεντρα υπήρχαν και κάποια δέντρα
διαφορετικά τα οποία όμως δεν μπορούσε να αναγνωρίσει στο φως που όλο και
χανόταν. Το ίδιο και με τους θάμνους που είδε να προβάλλουν παντού.
Βρήκε ένα
σημείο κατάλληλο για να ξαποστάσει δίπλα σε ένα κορμό που είχε πέσει. Ο κορμός θα
του παρείχε κάποια προστασία σε περίπτωση που σήκωνε αέρα τη νύχτα ενώ από πάνω
θα είχε την ομπρέλα που σχημάτιζαν τα διπλανά φοινικόδεντρα. Ακούμπησε τη γιλέκο
για μαξιλάρι και αφού ακούμπησε προσεκτικά το αυγό πάνω στον κορμό, ξάπλωσε με τα
χέρια πίσω από το κεφάλι του και πήρε μια βαθιά ανάσα που ήχησε σαν αναστεναγμός
αγαλλίασης. Ελπίζω να μη κάνει ψύχρα το βράδυ σκέφτηκε, η βερμούδα και το λεπτό
μακό μπλουζάκι που φορούσε δεν θα παρέχουν ιδιαίτερη προστασία σε τέτοια περίπτωση.
Χάζεψε για λίγο
τα άστρα που είχαν γεμίσει τον νυχτερινό ουρανό. Ήταν κάτι που το συνήθιζε και στο
σκάφος τα βράδια πριν κοιμηθεί. Σε λίγο θα έβγαινε και το φεγγάρι αλλά ο άνδρας
δεν θα προλάβαινε να το δει. Εξαντλημένος βρέθηκε σύντομα στην αγκαλιά του Μορφέα.
Εδώ και πολύ καιρό ήταν η μόνη αγκαλιά που του προσφερόταν τα βράδια.

