Παρασκευή 16 Δεκεμβρίου 2011

Διστάζοντας...


Κάτι μου έλεγε να είμαι σε επιφυλακή. Η παρουσία του με ανησυχούσε, αλλά μαζί, καθησύχαζε την μοναξιά του νησιού. Εικόνες έρχονταν σκόρπιες, χωρίς νοηματική σύνδεση, προσπαθώντας να φωτίσουν το κομμάτι του εγκεφάλου που παρέμενε σιωπηλό. Πως βρέθηκα εδώ άραγε; Είχα κάποια σχέση με αυτόν τον άνθρωπο; Τι θυμάμαι τελευταίο; Ένα κύμα αγωνίας στο στομάχι κάτι προσπαθούσε να μου θυμίσει. Αν και οι αισθήσεις κοιμούνται, τα συναισθήματα είναι σε εγρήγορση.


Ξημέρωνε, όταν συνήλθα. Ήμουν μόνη σε μια ακόμη πιο μοναχική ακτή. Τίποτα γύρω δεν μαρτυρούσε παρουσία ανθρώπου. Παραδίπλα ένα σακίδιο, πολιορκημένο από μυρμήγκια. Το τράβηξα χωρίς να σηκωθώ από κάτω. Οι προθέσεις μου δεν ήταν σαφείς ούτε σε μένα. Το σακίδιο είχε ένα μπουκάλι νερό χωρίς ετικέτα, ένα ζευγάρι κάλτσες, ένα πουλόβερ, ένα πακέτο καπνό κι ένα σημειωματάριο με πολλές σελίδες σκισμένες. Αντέχω την έλλειψη νερού, δεν βιάστηκα να πιώ. Να και κάτι που μαθαίνω για μένα. Δεν θέλω να πάω πουθενά. Δεν σηκώνομαι. Η άμμος γίνεται αρκετά ζεστή κι η μέρα έρχεται, αλλά δεν ξέρω που το πάει. Θυμάμαι κάποια όνειρα πανικού και αναρωτιέμαι μήπως με παρέσυρε κανένα. Δεν έχω συνείδηση της ύπαρξης μου. Ψάχνω το σώμα μου, λες και θα μου πεί αυτό τι συμβαίνει. Το κεφάλι μου είναι στη θέση του, αν αυτή είναι πραγματικά η θέση κάθε κεφαλιού. Η παλίρροια με υποχρεώνει να παραβώ την προηγούμενη απόφαση και σηκώνομαι να ψάξω το κόσμο που δεν φαίνεται να μου είναι γνωστός, από τις ως τώρα προσλαμβάνουσες. Παραδίπλα είχε πεσμένους κορμούς. Σε άλλη περίπτωση θα φανταζόμουν, πως θα έπαιρνα μαζί μου το κορμό. Μια ματιά βασανιστικά αργή και ανελέητα σαρωτική, έδωσε αποκαλυπτικά στοιχεία για το χώρο. Παραλία ναι, αλλά χωρίς κόσμο. Δεν είναι, με σιγουριά επιστημονική ευρωπαϊκή. Θα βρίσω τώρα πάλι. Τι είναι εδώ; Πάγωσε η πλάτη μου. Μ ε άφησαν τελικά. Μου άφησαν ένα μπουκάλι νερό και έφυγαν. Πρέπει να νοιώθω ανακούφιση. Είμαι ζωντανή. Ειρωνία. Φαντάζομαι σε ακατοίκητο μέρος. Και καλά. Τώρα τι κάνω. Από τον καναπέ και τα ντοκυμαντέρ, από την έρευνα  στην παρατήρηση, από το μεταπτυχιακό της κοινωνικής ανθρωπολογίας  στην ανακάλυψη. Αν δεν ήμουν απελπισμένη, θα έβαζα τα γέλια.
Ας δούμε που είμαστε τουλάχιστον. Η μυρωδιά θυμίζει σάπια φύλλα. Αλλού θα τόλεγαν φθινόπωρο προχωρημένο. Εποχή βροχών; Μουσώνες θάλεγε το ντοκυμαντέρ νομίζω. Ένα τσιγάρο ρε παιδιά, δεν αφήνατε; Πως θα επιβιώσει ένας άνθρωπος έτσι; Σκόνταφτα παντού. Δεν είμαι αμάθητη, σε χωριό μεγάλωσα και σε βουνά. Οι απότομοι βράχοι και η άμμος που βουλιάζει δεν είναι από τα αγαπημένα μου αθλήματα. Το εσωτερικό λέω να το αποφύγω για την ώρα. Θα το κάνω γύρα και βλέπουμε. Ακόμη δεν διψάω. Είμαι τυχερή. Παρακολουθώ και για κατάλυμα. Κάποτε θα νυχτώσει και δεν είμαι απ αυτές που αρέσκονται στις νυχτερινές εξόδους. Η μέρα έχει όσες ώρες μου χρειάζονται. Το χειμώνα μόνο ζορίζομαι, που μικραίνει υπερβολικά. Θα έχω μάλλον μετατραυματικό στρες. Αλλοιώς δεν θα με απασχολούσε ιδιαίτερα αυτό, τώρα. Μια εσοχή, μάλλον σοβαρού βάθους τράβηξε την προσοχή μου αίφνης, που θάλεγε κι ο ποιητής. Να κάνω έλεγχο από κοντά. Αυτοψία χώρου. Προχώρησα μέχρι εκεί που άρχιζε η σκιά και η αίσθηση του απόλυτου κενού στα αυτιά και το κορμί, με ακύρωσαν σαν ύπαρξη. Για δεύτερη φορά σε μια μέρα βρισκόμουν να ξυπνώ ανάσκελα σε άμμο, λες και ήμουν σε διακοπές. Η σιωπή ήταν το χειρότερο. Δεν υπήρχε ήχος, δεν υπήρχε πνοή αέρα. Η παγωνιά στη πλάτη ήρθε πάλι. Το έκαναν, δεν πρόλαβα τίποτα τελικά. Ξαφνικά δεν βιαζόμουν πιά. Η θέα ανθρώπου με αιφνιδίασε. Ήταν βέβαια οριζόντια, αλλά δεν φαινόταν και πεθαμένος. Από κοντά ανέπνεε κανονικά. ΄Ισως ήταν απ αυτούς και καλύτερα να απομακρυνόμουν, όσο με έπαιρνε ακόμη.
Πίσω στα βράχια και ανάλογα.
Η επιλογή του για ύπνο δεν με ενθουσίασε. Πολύ εκτεθειμένος. Βρήκε, όμως, φαγητό. Τουλάχιστον είναι ικανός. Το αυγό θα το χάσει φυσικά. Θα τον καλύψω, όμως με φύλλα, έστω να μην φαίνεται. Παραλλαγή.