Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

2. Η Πρώτη Μέρα - 2.5 - Η γνωριμία

2.5 - Η γνωριμία


    Ο άντρας έφτασε στη πόρτα και όρμησε μέσα. Ίσα που πρόλαβε να συγκρατήσει τις ενστικτώδεις του αντιδράσεις άμυνας όταν η γυναίκα η οποία προφανώς κινούμενη προς την έξοδο έπεσε στην αγκαλιά του. Το βλέμμα του κατέγραψε με μια ματιά το εσωτερικό της καλύβας για να εντοπίσει τον κίνδυνο, αυτό που την είχε κάνει να αναφωνήσει. Αμέσως εντόπισε την πιθανότατη αιτία του φόβου της. Πάνω σε κάτι που πιθανώς εξυπηρετούσε κάποτε ως κρεβάτι είδε τα ξασπρισμένα από τον χρόνο κόκαλα ενός σκελετού. Προφανώς αυτό την είχε τρομάξει γιατί κάτι άλλο, ζωντανό ή άψυχο που να παρουσίασε απειλή δεν είδε.



    Έσκυψε το κεφάλι του για να κοιτάξει τη γυναίκα αλλά εκείνη ξέφυγε από την αγκαλιά του και κάνοντας μερικά βήματα πίσω σήκωσε το δεξί της χέρι της και ο άνδρας είδε ότι κρατούσε ακόμα τη πέτρα. Το άλλο της χέρι ήταν προτεταμένο προστατευτικά μπροστά της με την παλάμη σε κάμψη σαν για να τον απωθήσει. Αυτό όμως που ξεχώρισε ο άντρας ήταν το βλέμμα της. Τα μάτια της άστραφταν από περίσσεια αδρεναλίνης αλλά δεν έδειχναν τρόμο ούτε οργή. Είχε το βλέμμα που δήλωνε αποφασιστικότητα και πλήρη ετοιμότητα για να αντιμετωπίσει την όποια πιθανή εξέλιξη της κατάστασης.

    Ο άντρας άφησε τα χέρια του να κρεμάσουν πλάι του. Το τελευταίο που θα ήθελε ήταν το να δείχνει απειλητικός. Η έκφραση του προσώπου του χαλάρωσε αλλά απέφυγε να χαμογελάσει. Τα βιώματά του του είχαν διδάξει να είναι επιφυλακτικός όταν κάποιος αντίπαλος του χαμογελούσε ξαφνικά. Έκανε ένα αργό βήμα προς το μέρος της και είδε το τις αρθρώσεις της στο χέρι με τη πέτρα να ασπρίζουν από την ένταση.

    «Δεν θα σου κάνω κακό» είπε απαλά.

    Η γυναίκα τον κοίταγε στα μάτια και ο άνδρας είδε τους ώμους της να χαλαρώνουν χωρίς αυτή να αλλάζει στάση.

    «Ποιος είσαι;» τον ρώτησε και η φωνή της ήταν ένα απαλό ψιθύρισμα.

    «Κανένας το ιδιαίτερο» της απάντησε, «ένας ναυαγός».

    Η γυναίκα φάνηκε να επεξεργάζεται την πληροφορία αυτή. Μετά έριξε ένα βλέμμα στο σκελετό και το βλέμμα του άντρα ακολούθησε το δικό της.

    «Δεν είσαι ο πρώτος» του είπε.

    «Μάλλον ο πιο πρόσφατος» είπε ο άντρας και διακινδύνευσε ένα αμυδρό χαμόγελο.

    Η γυναίκα τον κοίταξε ανέκφραστη για κάποιες στιγμές και ξαφνικά ανταπέδωσε το χαμόγελο. Κατέβασε κι αυτή τα χέρια της  στο πλάι και άφησε τη πέτρα να πέσει στο έδαφος.

    «Και σίγουρα πιο ζωντανός» του είπε.

    «Δεν θέλω και δεν θα σου κάνω κακό» της είπε απαλά, «αυτό θέλω να το καταλάβεις».

    «Και μη τολμήσεις να το κάνεις» του  απάντησε. Και συμπλήρωσε «αυτό θέλω να το καταλάβεις».

    «Νομίζω πως καταλαβαινόμαστε» της είπε αυτός κι αυτή τη φορά το χαμόγελό του ήταν πλατύ και εγκάρδιο.

    Η γυναίκα τον κοίταξε ανέκφραστη για κάποιες στιγμές και ξαφνικά ανταπέδωσε το χαμόγελο. Κατέβασε κι αυτή τα χέρια της  στο πλάι και άφησε τη πέτρα να πέσει στο έδαφος.

    «Και σίγουρα πιο ζωντανός» του είπε.

    «Δεν θέλω και δεν θα σου κάνω κακό» της είπε απαλά, «αυτό θέλω να το καταλάβεις».

    «Και μη τολμήσεις να το κάνεις» του  απάντησε. Και συμπλήρωσε «αυτό θέλω να το καταλάβεις».

    «Νομίζω πως καταλαβαινόμαστε» της είπε αυτός κι αυτή τη φορά το χαμόγελό του ήταν πλατύ και εγκάρδιο.

     «Έλα στον ήλιο» της είπε. Ο άντρας γύρισε και βγήκε από τη καλύβα.

Το ζεστό άγγιγμα του ήλιο ήταν ευχάριστο μετά τη μελαγχολία της καλύβας. Χωρίς να κοιτάξει πίσω του πήγε μέχρι τους θάμνους όπου είχε αφήσει το δέμα με τις μπανάνες. Το πήρε και γύρισε προς τη καλύβα. Η γυναίκα είχε βγει κι αυτή και τον κοιτούσε που πλησίαζε. Αυτός πλησίασε και ανοίγοντας το τυλιγμένο μπλουζάκι της πρόσφερε το τσαμπί με τις μπανάνες.
«Πάρε, είναι γλυκές και θα πεινάς».

Η γυναίκα άπλωσε το χέρι της και τις πήρε. Ξεφλούδισε αμέσως μια κι άρχισε να τη τρώει. Όταν την έφαγε άνοιξε τη τσάντα της και έβγαλε το μπουκάλι που είχε με το νερό.

«Διψάς;» του είπε και πρόσφερε το μπουκάλι. Ο άντρας την ευχαρίστησε και το πήρε. Πράγματι διψούσε. Όση ώρα ήταν κρυμμένος και την παρακολουθούσε στη λίμνη και μετά που την ακολούθησε στη καλύβα δεν είχε πιει καθόλου νερό.

«Μπορώ να πάρω κι άλλη;» τον ρώτησε.

«Φυσικά» της απάντησε. «Έχει πολλές πιο κάτω».

«Δεν τις είδα» είπε η γυναίκα. «Θα ήρθες από άλλη μεριά».

«Ναι, ακολούθησα ένα ποταμάκι που βγαίνει στη παραλία για να δω αν θα έβρισκα τη πηγή του».

«Και την βρήκες;»

«Ναι, είναι η πηγή που αδειάζει μέσα στη λίμνη. Από την άλλη μεριά πάει προς την παραλία» είπε και έδειξε με το χέρι του προς τη κατεύθυνση της παραλίας.

Η γυναίκα σταμάτησε να μασάει και χαμήλωσε το βλέμμα της. Ο άντρας είδε ότι είχε κοκκινίσει στο πρόσωπο. Ίσως δεν έπρεπε να είχε αναφέρει ακόμα τη λίμνη σκέφτηκε. Ήταν όμως πολύ αργά. Ένοιωσε την αμηχανία της και αισθάνθηκε άβολα.

«Ναι σε είδα στη λίμνη» της είπε.

Η γυναίκα σήκωσε το βλέμμα της και τον κοίταξε ψυχρά.

«Δεν απολογούμαι που δεν εμφανίστηκα» της είπε ο άντρας, «απλά δεν ήξερα αν ήσουν μόνη ή είχες παρέα και τι παρέα μπορεί να είχες. Μετά σηκώθηκες και σε ακολούθησα μέχρι εδώ».

Το βλέμμα της γυναίκας μαλάκωσε και ο άντρας συνέχισε.

«Δεν είχα σκοπό να εμφανιστώ μέχρι να σιγουρευτώ για το αν είχες ή δεν είχες παρέα αλλά όταν σε άκουσα να φωνάζεις σκέφτηκα πως κινδύνευες κι έτρεξα. Τελικά έχεις παρέα;»

Μετά από μια στιγμής καθυστέρηση η γυναίκα απάντησε κουνώντας το κεφάλι της.

«‘Όχι» του είπε. «Είμαι μόνη εδώ απ’ ότι ξέρω. Εκτός από ‘σένα δεν έχω δει κανέναν άλλο».

«Ναι» είπε ο άντρας, «ο «Αδύνατος» μέσα δεν μετράει για παρέα» και έδειξε προς τη καλύβα. Ήλπιζε ότι λίγο χιούμορ θα ελάφρυνε την ένταση.

«Λίγο σεβασμό για τους αρχαιότερους» απάντησε η γυναίκα και το χαμόγελό της εκτόνωσε τη όποια αμηχανία τους.

Ο άντρας κοίταξε τον ουρανό και μετά τη γυναίκα.

«Δεν μένουν πολλές ώρες ακόμα πριν νυχτώσει” της είπε. «Έχει κάποιο κατάλυμα; Που κοιμάσαι;».

«Έχεις δίκιο. Καλό είναι να βρούμε κάπου γιατί κάνει λίγο ψύχρα το βράδυ. Όχι δεν έχω κάπου. Χθες κοιμήθηκα στο δάσος κάτω από μια μπανανιά με πλατιά φύλλα αλλά χωρίς μπανάνες και πεινούσα».

«Οπότε αντάλλαξες τρία μπανανόφυλλα για ένα αυγό» της είπε γελώντας.

Η γυναίκα κοκκίνισε και πάλι αλλά αυτή τη φορά από ευχαρίστηση κι όχι αμηχανία.

«Ήταν μια δίκαιη ανταλλαγή» του είπε, «αλλά καλά θα κάνουμε να δούμε τι άλλο βρώσιμο μπορούμε να βρούμε».

«Αυγά, μπανάνες, καρύδες και προσεχώς ψάρια ελπίζω. Αυτά έχω εντοπίσει σήμερα».
«Εγώ βρήκα γυαλιστερές στην παραλία και πρέπει να έχει και πεταλίδες στα βράχια» είπε η γυναίκα.

«Ας δούμε μια στιγμή αν ο «Αδύνατος» έχει αφήσει κάτι χρήσιμο και μετά πάμε» είπε ο άντρας.
Μπήκαν πάλι στη καλύβα και στάθηκαν για λίγο να συνηθίσουν τη διαφορά φωτισμού αν και ο χρόνος είχε φροντίσει για αρκετά ανοίγματα στη σκεπή και στους τοίχους.

Ο άντρας γονάτισε διπλά στο σκελετό και η γυναίκα στάθηκε όρθια δίπλα του. Χωρίς να τα αγγίξει ο άντρας εξέτασε τα οστά.

«Δύσκολο να πει κανείς αλλά πρέπει να είναι εδώ μερικές δεκαετίες τουλάχιστον. Τα οστά είναι πλέον μόνο ανόργανη ύλη και φοβάμαι ότι αν τα μετακινήσω μπορεί να  διαλυθούν» είπε.

«Και όταν ζούσε πάντως δεν πρέπει να είχε και ιδιαίτερα γερά οστά» είπε η γυναίκα. «Έχει παλιό κάταγμα στη κνήμη που δεν έχει δέσει πολύ καλά».

Ο άντρας ξαφνιάστηκε με την παρατηρητικότητά της αλλά δεν το σχολίασε. Θα υπήρχε χρόνος αργότερα.

«Μοναχικός ο θάνατος του» είπε η γυναίκα και η φωνή της έδειξε τη συγκίνησή της.

«Πάντα είναι μοναχικός» απάντησε ο άντρας και ανασηκώθηκε. Κοίταξε γύρω και άρχισε την εξερεύνηση της μικρής καλύβας. Μετακίνησε κάποια πεσμένα τμήματα της σκεπής μήπως και έκρυβαν κάτι χρήσιμο.

«Κοίτα εδώ!»

Ο άντρας γύρισε και είδε την γυναίκα να στέκεται απέναντί του κρατώντας μια μικρή μαυρισμένη χύτρα. Ήταν προφανώς χάλκινη γιατί σε αρκετά σημεία η γνώριμη πρασινωπή πατίνα ήταν ιδιαίτερα έντονη.

«Είναι καλή;» την ρώτησε.

«Ναι δεν φαίνεται να είναι τρύπια» του απάντησε. «Για να δώ αν υπάρχει και το καπάκι».

Η γυναίκα συνέχισε να ψάχνει αλλά το καπάκι δεν υπήρχε πουθενά. Ο άνδρας ωστόσο, ανασηκώνοντας ένα πεσμένο τμήμα του ψάθινου τοίχου ανακάλυψε ένα μικρό ξύλινο κιβώτιο, γκριζαρισμένο από το χρόνο.

«Κοίτα εδώ» είπε και η γυναίκα στάθηκε και πάλι δίπλα του.

Το κιβώτιο έκλεινε με ένα πρόχειρο μάνταλο το οποίο αποκολλήθηκε όταν ο άντρας το σήκωσε. Πιάνοντας το καπάκι και με τα δύο του χέρια το σήκωσε και κοίταξε μέσα. Η γυναίκα έκανε το ίδιο σκύβοντας από πάνω του για να δει κι αυτή.

Μπροστά τους είδαν αυτά που για τον προηγούμενο ένοικο της καλύβας αποτελούσαν πιθανώς τα πιο πολύτιμα από τα υπάρχοντα του. Μέσα στο κιβώτιο υπήρχαν τρία κύπελλα από κασσίτερο, δύο κουτάλια και τρία πιρούνια από το ίδιο μάλλον μέταλλο. Δίπλα τους υπήρχαν δύο μαχαίρια με κοκάλινες λαβές. Ο άντρας σήκωσε προσεκτικά το κιβώτιο και βγήκε από τη καλύβα για να δει το υπόλοιπο περιεχόμενο στο φως της μέρας. Του έκανε εντύπωση ότι ήταν λίγο πιο βαρύ απ’ ότι θα περίμενε και το κοίταξε καλά από κάθε πλευρά πριν τελικά το σηκώσει ψηλά για να κοιτάξει τον πάτο. Η γυναίκα τον παρακολούθησε σιωπηλά.

«Έχει διπλό πάτο» είπε ο άντρας. «Κοίτα»

Η γυναίκα κοίταξε το μικρό κιβώτιο και είδε τι εννοούσε ο άντρας. Ο πάτος του κιβωτίου ήταν συρταρωτός με το ένα από τα τέσσερα πηχάκια που σχημάτιζαν κορνίζα να αποτελεί τη λαβή για να ανοίγει. Ο άντρας αγκάλιασε το μικρό κιβώτιο κάτω από το μπράτσο του για να μην ανοίξει το καπάκι και με το άλλο χέρι τράβηξε το πηχάκι. Με λίγο δυσκολία αυτό άνοιξε και οι δύο τους κοίταξαν στο άνοιγμα που αποκαλύφθηκε. Μέσα ήταν ένα μικρό δέμα τυλιγμένο με κάτι που έμοιαζε σαν κάποιο σκουρόχρωμο χοντρό ύφασμα. Ο άντρας το έβγαλε από τη κρυψώνα του και τότε διαπίστωσε ότι κάτω απ’ αυτό υπήρχε κι ένα δεύτερο δέμα, μακρόστενο που ήταν κι αυτό τυλιγμένο με τον ίδιο τρόπο.

«Για φαντάσου» μουρμούρισε ο άντρας και έδωσε το πρώτο δέμα στη γυναίκα. «Άνοιξέ το» της είπε ενώ αυτός αφαιρούσε το δεύτερο δέμα από το κιβώτιο.

Η γυναίκα ξετύλιξε προσεκτικά το δέμα αν και από το βάρος και το σχήμα του υποψιαζόταν το τι θα έβρισκε. Και δεν έπεσε έξω στη πρόβλεψή της.

«Είναι ένα πιστόλι» είπε στον άντρα.

«Κι εδώ οι σφαίρες του» πήρε την απάντησή του. Πράγματι, στο δεύτερο δέμα που ήταν πλέον ξετυλιγμένο στη παλάμη του η γυναίκα είδε καμιά εικοσαριά μικρές σφαίρες. Ο άντρας ακούμπησε το κιβώτιο στο έδαφος και έφερε το δέμα με τις σφαίρες κοντά στο πρόσωπό του. Μύρισε το δέμα και κοίταξε τη γυναίκα – είδε ότι κι αυτή έκανε το ίδιο με το πιστόλι.

«Πρέπει να τα είχε καλύψει με λίπος ή γράσο ή κάτι τέτοιο» είπε η γυναίκα. Ο άντρας κούνησε καταφατικά το κεφάλι του.

Μια σκέψη πέρασε από το μυαλό του και την εξέφρασε. «Δεν πρέπει ωστόσο να ένοιωθε απειλούμενος για να τα έχει πακετάρει τόσο προσεκτικά. Αν το χρησιμοποιούσε ή το κουβαλούσε μαζί του δεν θα το είχε λαδώσει για μακρόχρονη φύλαξη. Θα το είχε πιο πρόχειρο και προσβάσιμο. Για να το δω το πιστόλι».

Η γυναίκα του το έδωσε και πήρε το πανί με τις σφαίρες. Ο άντρας πήρε το πιστόλι στο χέρι του και το κοίταξε προσεκτικά. Ήταν ένα παλιό περίστροφο με ξύλινη λαβή και ανοίγοντάς το διαπίστωσε ότι ήταν πεντάσφαιρο. Η κάννη του φαινόταν να είναι σε καλή κατάσταση. Το έκλεισε πάλι και γύρισε το μύλο με τον αντίχειρά του. Ο μύλος έκανε μια περιστροφή χωρίς πρόβλημα. Ο άντρας σήκωσε το χέρι του και σημαδεύοντας ψηλά τράβηξε τη σκανδάλη. Ο κόκορας ανασηκώθηκε και έπεσε με δύναμη αφήνοντας ένα μεταλλικό ήχο που ακούστηκε παράταιρος. 
«Φαίνεται να είναι λειτουργικό» είπε στη γυναίκα. Τύλιξε πάλι το  περίστροφο με το πανί και την κοίταξε. «Αχρείαστο να ‘ναι». Της έδωσε το περίστροφο.

«Τι να το κάνω» τον ρώτησε.

«Ξέρεις να το χρησιμοποιήσεις;»

«Ναι»

«Μπορείς να το κρατήσεις για ασφάλεια» της είπε.

«Ασφάλεια από τι και από ποίον;» τον ρώτησε. «από εσένα;»

«Θαρρείς ότι κινδυνεύεις από μένα;» είπε αυτός και ένα αμυδρό χαμόγελο φάνηκε στο πρόσωπό του.

Αυτή η γυναίκα είχε κάτι που του άρεσε πολύ. Ήταν κάτι πέρα από την φυσική της γοητεία και το ευχάριστο παρουσιαστικό της. Είχε γνωρίσει πολλές ωραίες γυναίκες και γνώριζε πια ότι η εξωτερική ομορφιά συχνά δεν είχε και την αντίστοιχη εσωτερική όψη. Αλλά αυτή η γυναίκα του έδινε την εντύπωση της ολοκληρωμένης ύπαρξης. Ομολόγησε στον εαυτό του ότι δεν την ήξερε ουσιαστικά καθόλου αλλά αιτιολόγησε την εντύπωση που είχε αρχίσει να σχηματίζεται ανατρέχοντας στα όσα είχε διαπιστώσει στον ελάχιστο χρόνο που βρισκόταν στο νησί. Τα φύλλα με τα οποία είχε σκεπάσει το εξαντλημένο του κορμί, το αυγό που του είχε πάρει, η παρατηρητικότητά της αλλά και η γνώση της όταν εξέταζαν τον σκελετό. Και τέλος η δήλωση ότι ήξερε να χρησιμοποιήσει το περίστροφο. Αυτή η γυναίκα δεν ήταν μια «της σειράς» σκέφτηκε. Ένοιωθε σίγουρος ότι όσο καιρό θα βρίσκονταν στο νησί η γυναίκα θα ήταν μια πολύτιμη σύντροφος στον αγώνα για την επιβίωση και όχι ένα άχρηστο βάρος.

«Χαίρομαι που είσαι εδώ» είπε και αμέσως ένοιωσε τα αυτιά του να κοκκινίζουν. Δεν είχε σκοπό να το πει αυτό! Η αυθόρμητη σκέψη του είχε εκφραστεί με λόγο πριν προλάβει να το αναστείλει. Την κοίταξε σχεδόν έντρομος, το τελευταίο που θα ήθελε ήταν να τον περάσει για κανέναν ελεεινό Δον Χουάν της συμφοράς.

Η γυναίκα φάνηκε να τα χάνει στιγμιαία και το βλέμμα της τον διαπέρασε. Μετά χωρίς να αλλάξει τον προηγούμενο τόνο της φωνής της απάντησε λακωνικά.

«Αλήθεια; Γιατί;»

Ο άντρας ήλπιζε ότι δεν θα διέκρινε η γυναίκα την αμηχανία του. Ευτυχώς που με τα γένια δεν θα φαίνεται ότι έχω κοκκινίσει σκέφτηκε. Προσπάθησε να απαντήσει με τόνο ουδέτερο αλλά άκουσε τα λόγια του να βγαίνουν διστακτικά και αβέβαια.

«Είναι καλύτερα από το να είναι κάποιος ολομόναχος εδώ. Άνθρωποι είμαστε…» ψέλλισε.

Η γυναίκα έβλεπε ολοφάνερη την αμηχανία του και δεν θέλησε να τον φέρει σε δύσκολη θέση. Σκέφτηκε ότι ο άντρας ήταν απλά αυθόρμητος και έλεγε αυτά που σκεφτόταν χωρίς να τα επεξεργάζεται και πολύ. Καλύτερα έτσι αποφάσισε. Πάντα είχε μια απέχθεια για όσους ζύγιζαν την κάθε τους κουβέντα με αντίβαρο το όφελός τους πριν την εκστομίσουν.

«Αυτό τι να το κάνουμε» ρώτησε και το βλέμμα της πήγε στο τυλιγμένο περίστροφο. «Δεν νομίζω να μας χρειάζεται σε κάτι».

Ο άντρας ένοιωσε μια ανακούφιση να τον πλημμυρίζει. «Κάνουμε;», «μας;». Αντιλήφθηκε την επιλογή των λέξεων της σαν δήλωση για το σκεπτικό της και χάρηκε. Μπορεί να έκανε λάθος βέβαια αλλά οι λέξεις αυτές ήταν τουλάχιστον ενδεικτικές ότι η γυναίκα αποδεχόταν ότι όσο βρισκόντουσαν στο νησί η μοίρα τους ήθελε συναγωνιστές. Απέφυγε σκόπιμα τη λέξη «συντρόφους».

«Μπορούμε να το πάρουμε μαζί μας ή να το κρύψουμε πάλι εδώ» της είπε. Αμέσως το ξανασκέφτηκε και συμπλήρωσε: «ας το πάρουμε όμως καλύτερα. Τουλάχιστον μέχρι να σιγουρευτούμε ότι δεν υπάρχουν κι άλλοι εδώ στο νησί».

«Καλώς» απάντησε η γυναίκα και του έδωσε το περίστροφο και τις σφαίρες.

Ο άντρας τα τοποθέτησε και πάλι στη θέση τους στο κιβώτιο και έκλεισε τον συρταρωτό πάτο. Πήγε εκεί που είχε αφήσει το μπλουζάκι με τις μπανάνες και τα μάζεψε. Είχαν μείνει ακόμα δύο. Έδωσε τη μια μπανάνα στη γυναίκα χωρίς αν μιλήσει και άρχισε να ξεφλουδίζει την άλλη.
Έφαγαν τα φρούτα χωρίς να μιλήσουν.

Όταν τελείωσαν, ο άντρας φόρεσε και πάλι τη μπλούζα του και σήκωσε το μικρό κιβώτιο. Η γυναίκα πήρε κι αυτή τη τσάντα της και τον κοίταξε.

Ο άντρας κοίταξε λίγο γύρω του για να προσανατολιστεί και ξεκίνησε προς τη κατεύθυνση όπου πίστευε ότι βρισκόταν η μεγάλη παραλία με τη γυναίκα να τον ακολουθεί από κοντά.

Η άναρχη βλάστηση τους δυσκόλευε κατά διαστήματα αλλά γενικά η πορεία τους ήταν σχετικά εύκολή και κατηφορική. Έτσι κατέβηκαν σιγά-σιγά την πλαγιά του λόφου και κατευθύνθηκαν προς το κέντρο του νησιού. Ελάχιστες ήταν οι κουβέντες που αντάλλαξαν καθώς ο καθένας βάδιζε χαμένος μέσα στις σκέψεις του προσπαθώντας να συνειδητοποιήσει καλύτερα την κατάσταση στην οποία βρισκόντουσαν.

«Το νησί έχει σχήμα σαν ένα οκτώ» είπε ο άντρας κάποια στιγμή που στάθηκαν να ξεκουραστούν για λίγο.

«Ναι αυτό κατάλαβα κι εγώ. Σαν να είναι δυο νησάκια ενωμένα στη μέση. Από την έξω μεριά έχει πολλά βράχια αλλά στη μέση είναι η παραλίες και η λιμνοθάλασσα».

«Πόσο καιρό είσαι εδώ;» την ρώτησε.

Εκείνη χαμογέλασε. «Μάλλον την προηγούμενη μέρα πριν από σένα».

«Ξέρεις πότε έφτασα;» 

«Ναι» απάντησε η γυναίκα, «είχα μόλις φτάσει στη παραλία όταν σε έβγαλε η θάλασσα».
Σαν να καταλάβαινε τις σκέψεις του συνέχισε.

«Σιγουρεύτηκα ότι ανέπνεες και μετά σε παρακολουθούσα από τα δέντρα. Δεν ήξερα ποιος ή τι είσαι και δεν ήθελα να το ρισκάρω».

«Καταλαβαίνω, καλά έκανες». Ο άντρας σηκώθηκε. «Πάμε;»

Μετά από λίγο διέκριναν τα γαλαζοπράσινα νερά της λιμνοθάλασσας ανάμεσα στα δέντρα. Ο άντρας σταμάτησε για μια στιγμή και μετά συνέχισε με λίγο διαφορετική κατεύθυνση.
«Τι είναι;» τον ρώτησε η γυναίκα.

«Σκέφτηκα να πάμε λίγο δεξιά για να συναντήσουμε το ρυάκι που σου έλεγα. Αυτό που αδειάζει στη λιμνοθάλασσα. Για να γεμίσουμε το μπουκάλι σου και να πιούμε λίγο νερό» της απάντησε. « Πιο χαμηλά θα είναι υφάλμυρο».

Η γυναίκα χάρηκε από την απάντηση του άντρα. Ο άντρας φαινόταν να ξέρει να επιβιώνει και να προνοεί. Από την εμφάνιση και μόνο δεν τον είχε θεωρήσει «νερόβραστο» - μια αγαπημένη της έκφραση για να κατακρίνει τους ρηχούς και επιπόλαιους άντρες που αντιπαθούσε – αλλά αυτός έδειχνε να έχει πρακτική και λογική σκέψη.

«Φτάσαμε νομίζω» είπε μετά από λίγο ο άντρας. Μπροστά τους ακουγόταν ο ήχος τρεχούμενου νερού πάνω σε  πέτρες.

Παραμέρισαν κάποιος θάμνους και μπροστά τους ήταν το ρυάκι.

«Ευκαιρία να δροσίσουμε τα πόδια μας» της είπε καθώς άφηνε κάτω το κιβώτιο για να βγάλει τα παπούτσια του.

Η γυναίκα ακολούθησε την κίνησή του. Ακούμπησε κάτω τη μαυρισμένη χύτρα και έλυσε τα κορδόνια των παπουτσιών της.


Η όχθες εκατέρωθεν σχημάτιζαν στενές λουρίδες με ψιλή άμμο. Ο άντρας βύθισε τα δάκτυλά του στην άμμο και την άφησε να κυλήσει ανάμεσά τους. Άπλωσε μετά το χέρι του και πήρε τη χύτρα που ήταν δίπλα στη γυναίκα. Μετακινήθηκε λίγο χωρίς να σηκωθεί για να πλησιάσει τη βρεγμένη άμμο δίπλα στο νερό.

Πήρε μια χούφτα βρεγμένης άμμου και γυρίζοντας τη χύτρα ανάποδα άρχισε να την τρίβει. Η ανοιχτή του παλάμη έκανε αργές κινήσεις τρίβοντας την άμμο πάνω στο μέταλλο.

Πίσω του η γυναίκα χαμογέλασε βλέποντας το τι έκανε. «Και πλένει και τα κατσαρολικά» σκέφτηκε. Σηκώθηκε και στάθηκε δίπλα του. Αυτός συνέχισε το έργο του χωρίς να την κοιτάξει. Η γυναίκα πήρε το μπουκάλι του νερού και σιγά-σιγά μπήκε στο ρυάκι μέχρι που το νερό έφτασε στα γόνατά της. Έκλεισε τα μάτια και ήταν φανερό ότι απολάμβανε το δροσερό άγγιγμά του νερού στα πόδια της.

Γύρισε και κοίταξε τον άντρα όταν αυτός κινήθηκε προς το νερό. Βούτηξε τη χύτρα στο νερό για να ξεπλύνει την άμμο από πάνω της και της χαμογέλασε με ικανοποίηση. Της έδειξε τον πάτο της χύτρας όπου ο χαλκός έλαμπε ζεστά.

«Να συνεχίσω την υπόλοιπη;» του πρότεινε η γυναίκα πλησιάζοντας.

Ο άντρας της έδωσε τη χύτρα και αυτή βγήκε  από το νερό και έκατσε δίπλα του. Πήρε μια χούφτα με βρεγμένη άμμο και άρχισε να τρίβει το εσωτερικό της χύτρας με δύναμη.

Αυτός σηκώθηκε και πηγαίνοντας λίγο πιο πάνω στάθηκε μπροστά από μια συστάδα με καλαμιές.

«Είμαστε πολύ τυχεροί» της φώναξε και όταν αυτή τον κοίταξε χωρίς να καταλαβαίνει σε τι αναφερόταν αυτός της έδειξε τις καλαμιές. «Νωρίτερα δεν τις είχα προσέξει τις καλαμιές. Ίσως επειδή σαν καλαμιές δεν μου είχαν κάνει εντύπωση. Θα μας λύσουν όμως αρκετά προβλήματα».

«Χαίρομαι» του απάντησε χωρίς να είναι ακριβώς βέβαιη για ποια ήταν η ιδιαίτερη αξία της ανακάλυψής του. Αλλά για να είναι τόσο ενθουσιασμένος κάτι θα είχε στο νου του.

Τον είδε να ανεβαίνει στην όχθη και να χάνεται πίσω από τις καλαμιές και λίγο μετά άκουγε τους θορύβους των κινήσεών του χωρίς να τον βλέπει. Συνέχισε να τρίβει τη χύτρα με την υγρή άμμο και με χαρά διαπίστωσε ότι το σκεύος καθάριζε πολύ πιο εύκολα απ’ ότι είχε φανταστεί.

Μόλις που είχε καθαρίσει το εσωτερικό της χύτρας και την ξέπλενε στο νερό όταν ο άντρας εμφανίστηκε και πάλι. Στα χέρια το κρατούσε κάποια κομμάτια από καλάμια με κοινό χαρακτηριστικό ότι ήταν όλα κατάξερα.

«Βρήκα τα τέλεια κομμάτια» της είπε με περηφάνια.  Τότε είδε τη γυαλισμένη χύτρα και το πρόσωπό του φωτίστηκε με ένα πλατύ χαμόγελο.

«Μπράβο!» της είπε, «καινούργια την έκανες. Πάμε τώρα να βρούμε κάτι να της βάλουμε μέσα;»

Η γυναίκα ανταπέδωσε το χαμόγελο. Κάνει σαν μικρό χαρούμενο παιδί σκέφτηκε. Τον είχε δει με σοβαρό ύφος νωρίτερα και ομολογουμένως προτιμούσε αυτή την παιδική όψη του χαρακτήρα του. Το σοβαρό του της πρόσφερε μια αίσθηση ασφάλειας αλλά το παιδιάστικό του ήταν μεταδοτικό και τις ανέβαζε τη διάθεση.


Δεν υπάρχουν σχόλια: