Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

2. Η πρώτη μέρα - 2.2 - Το ρυάκι

2.2 - Το ρυάκι


            Πήρε λοιπόν τον δρόμο της επιστροφής ακολουθώντας την ίδια διαδρομή που είχε ακολουθήσει για να φτάσει στη κορυφή του λόφου και μετά από λίγη ώρα βρέθηκε πάλι στη παραλία. Δίστασε για λίγο σκεπτόμενος αυτό που είχε δει σαν κατάρτι και η περιέργεια τον προκαλούσε να αλλάξει προορισμό για να το διερευνήσει. Η ανάγκη όμως για νερό υπερτέρησε και πάλι και ο άνδρας άρχισε να βαδίζει προς την αντίθετη πλευρά.


            Έφτασε σύντομα στα βράχια του βρίσκονταν στο τέλος της παραλίας και στάθηκε για λίγο για να αποφασίσει αν θα σκαρφάλωνε για να τα περάσει ή αν θα ακολουθούσε την εναλλακτική διαδρομή μέσα από το δάσος. Σκέφτηκε ότι τα βράχια δεν ήταν μεγάλου ύψους και θα του πρόσφεραν και μια καλύτερη θέα. Δεν είχε άδικο και μετά από λίγα λεπτά βρέθηκε στη ράχη των βράχων ατενίζοντας τα όσα βρισκόντουσαν μπροστά του. Δεξιά του απλωνόταν μια μεγάλη παραλία, μεγαλύτερη απ’ αυτήν στην όποια είχε βγει και η οποία αγκάλιαζε σαν ημισέληνο τη λιμνοθάλασσα μέχρι ένα σημείο σχεδόν ακριβώς απέναντί του. Από το σημείο εκείνο ξεκινούσε μια χαμηλή, βραχώδης ακτογραμμή με πυκνή βλάστηση που φύτρωνε σχεδόν μέχρι τη θάλασσα. Τα χαμηλά αυτά βράχια εκτείνονταν μέχρι την απέναντι «δαγκάνα» στη μπούκα της λιμνοθάλασσας, εκεί που τα κύματα έσκαγαν αφρισμένα στα βράχια. 

            Κοίταξε πάλι γύρω του και ένα πλατύ χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό του. Σε αντίθεση με τους φοίνικες στη «δική του  « παραλία τα φοινικόδεντρα που έβλεπε να συνορεύουν τη μεγάλη παραλία ήταν πιο ψηλά και με λεπτότερο κορμό. Αναγνώρισε αμέσως το είδος και στρέφοντας το βλέμμα του στις βάσεις των πλησιέστερων δέντρων, εκεί που κατέβαινε από τα βράχια στη παραλία, είδε αυτό που ήλπιζε. Καρύδες που είχαν πέσει από ψηλά και τον περίμεναν να σβήσει τη δίψα του. 

Έριξε μια τελευταία ματιά περιμετρικά της λιμνοθάλασσας πριν κατέβει από τα βράχια και για δεύτερη φορά μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα το βλέμμα του προσηλώθηκε σε μια λεπτομέρεια που παρατήρησε, Αυτή τη φορά στην απέναντι ακτή της λιμνοθάλασσας. Αυτό που του είχε τραβήξει τη προσοχή ήταν μια μικρή αλλοίωση της αρμονικής συνέχειας της ακτής, ένα σημείο όπου τα δέντρα υποχωρούσαν σχηματίζοντας μια μικρή εσοχή, κάτι που θα ταίριαζε με την εκβολή ενός μικρού ρυακιού ενδεχομένως.

Ο άντρας ένοιωσε τη καρδιά του να χάνει στιγμιαίο το ρυθμό της. Είναι δυνατόν αναρωτήθηκε. Ένα ρυάκι θα σήμαινε ότι υπήρχε και η αντίστοιχη πηγή! Η σκέψη και μόνο του ενέτεινε τη δίψα και χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση κατέβηκε από τα βράχια στη μεγάλη παραλία που απλωνόταν μπροστά του. Ωστόσο δεν ξεκίνησε για το σημείο όπου είχε δει την εσοχή της θάλασσας αλλά έσκυψε και μάζεψε μια καρύδα από την άμμο. Με δύναμη την κατέβασε πάνω σε έναν αιχμηρό βράχο και με ικανοποίησε ένοιωσε τον κριγμό από το σπάσιμο του κέλυφους.  Πιο προσεκτικά τώρα την ξαναχτύπησε υπό γωνία και έβγαλε ένα ήχο ικανοποίησης όταν ένα κομμάτι από το σκληρό κέλυφος αποκολλήθηκε και έπεσε στην άμμο στα πόδια του. Από κάτω φαινόταν το καφετί κάλυμμα που περιέβαλε τη σάρκα του καρπού. Από ένα θάμνο έσπασε ένα λεπτό κλαράκι και το πίεσε μέχρι που αυτό διαπέρασε τη ψίχα της καρύδας και βυθίστηκε στο εσωτερικό της. Το ξανάβγαλε και το είδε νωπό. Το μύρισε και ένοιωσε τους σιελογόνους του να συσπώνται με προσδοκία. Άνοιξε μια ακόμα τρύπα και φέρνοντας τη καρύδα στα χείλη του άφησε τον χυμό της να τρέξει μέσα στο στόμα του. Ούτε η ακριβότερη σαμπάνια σκέφτηκε και συνέχισε να ρουφάει το εύγευστο περιεχόμενο καταπίνοντας μικρές γουλιές μέχρι που άδειασε.

Ο άντρας αναστέναξε με αγαλλίαση. Με μερικά χτυπήματα ακόμα έσπασε εντελώς και αφαίρεσε το κέλυφος και καθισμένος στην άμμο έφερε ένα κομμάτι της σάρκας στο στόμα του. Είχε φάει πολλές καρύδες στο παρελθόν αλλά αυτή πρέπει να ήταν η πιο νόστιμη που είχε δοκιμάσει ποτέ! Σκέφτηκε να ανοίξει άλλη μια αλλά αναθεώρησε, καρύδες υπήρχαν παντού γύρω του, τόσο στο έδαφος όσο και πάνω στα δέντρα οπότε δεν είχε λόγο να βαρύνει απότομα το στομάχι του μετά από τη νηστεία.

Σηκώθηκε με νέα δύναμη και ξεκίνησε για την εξερεύνηση της εσοχής απέναντι. Ο ήλιος είχε ανέβει πια για τα καλά και πρέπει να πλησίαζε περίπου δέκα ή  έντεκα η ώρα. Ξανασκέφτηκε το ρολόι που είχε χαθεί με το σκάφος. Περπάτησε για λίγο στην άμμο αλλά μετά προτίμησε να περπατήσει πάνω στην άμμο που έβρεχε το απαλό κύμα. Ήταν πιο ξεκούραστο αλλά του άρεσε το πώς το κυματάκι του έβρεχε τα πόδια. Χαρά του προκάλεσε και το γεγονός ότι κατά διαστήματα μπορούσε να διακρίνει κινήσεις ψαριών στα ρηχά νερά και διέκρινε μάλιστα και κάποια κοπάδια από αρκετά μεγάλα ψάρια Με σας θα τα πούμε αργότερα τους φώναξε.

Έχοντας πάντα το βλέμμα του στραμμένο στο σημείο της εσοχής ο άντρας περπάτησε περιμετρικά της λιμνοθάλασσας. Όσο πλησίαζε τόσο ενισχυόταν η βεβαιότητα ότι πρόκειται για την εκβολή κάποιου μικρού ρυακιού στη λιμνοθάλασσα. Ακόμα και η άμμος είχε την κατάλληλη κατανομή και διαμόρφωση για εκβολή. Και πράγματι ο άνδρας δεν είχε κάνει λάθος. Φτάνοντας στο σημείο της εσοχής διαπίστωσε ότι όπως είχε φανταστεί, ένα ρυάκι άδειαζε το νερό του στην αγκαλιά της λιμνοθάλασσας. Οι ελάχιστοι ρυτιδισμοί στην επιφάνεια του νερού όπως και τα σποραδικά χορταράκια ή φύλλα που κινούνταν στην επιφάνεια έδειχναν σαφέστατα την κατεύθυνση της ροής.

Το ρυάκι προέβαλλε μέσα από δύο αντικριστές όχθες που ήταν κατάφυτες με θάμνους και δέντρα τα οποία σχημάτιζαν κάτι σαν στοά πάνω από την πορεία του. Κοιτώντας μέσα στη στοά αυτή ο άνδρας διέκρινε ότι σε μικρή απόσταση από την ακτή η κυρίαρχη βλάστηση ήταν ψηλές καλαμιές που εκτείνονταν πυκνές και στις δύο όχθες. Πολύ καλό αυτό, σκέφτηκε ο άνδρας. Οι καλαμιές ήταν από τα πιο χρήσιμα είδη που θα μπορούσε να ελπίζει ότι θα είχε το νησί. Ξυλεία εύκαμπτη και εύχρηστη αλλά και τρόπος δημιουργίας φωτιάς. Το μοναδικό του πρόβλημα θα ήταν να βρει τρόπο για να κόψει τα καλάμια που θα χρειαζόταν. Θυμήθηκε με βαριά καρδιά το τσεκούρι που είχε πάντα προσπελάσιμο στη καμπίνα του σκάφους. Αυτό να είχε μόνο…


Αρκετά με τα νοσταλγικά και τα «αν» όμως. Ο άνδρας μπήκε μέσα στο νερό και με το ραβδί να εξερευνεί το πυθμένα άρχισε να ανεβαίνει το ρυάκι. Στα 25 περίπου μέτρα από την ακτή σταμάτησε, στο ύψος που αρχίζανε οι καλαμιές. Κοίταξε πίσω για να δει πόσο είχε προχωρήσει από την ακτή. Καλά είναι εδώ μουρμούρισε και γονάτισε μέσα στο νερό. Ανατρίχιασε στιγμιαία όταν το νερό κάλυψε το υπογάστριο του. Χωρίς να μπορούσε να θεωρηθεί κρύο, ήταν σίγουρα πιο δροσερό από τη θάλασσα στα ρηχά της οποίας είχε βαδίσει πριν λίγο. Άφησε λίγο τη ροή να απομακρύνει την ελαφρά θολούρα που είχε σηκώσει από τον πυθμένα με τις κινήσεις του και βύθισε τα χέρια του μέσα στο νερό. Τα ξέπλυνε με απαλές κινήσεις για να μη σηκώσει πάλι θολούρα και τελικά, η μεγάλη στιγμή. Με τα δυο του χέρια σχημάτισε την κούπα όπως ο πρώτος άνθρωπος και σκύβοντας το κεφάλι του δοκίμασε το νερό. 


Το νέκταρ των Θεών υστερούσε μπροστά του. Φρέσκο, δροσερό και προπάντων γλυκό νερό! Αυτό που ένοιωσε το παρομοίωσε με τον μελλοθάνατο που του δίνεται χάρη ενώ βρίσκεται απέναντι από το απόσπασμα. Λίγο μακάβρια η σκέψη ομολόγησε με χαμόγελο αλλά αυτό του είχε έρθει στο νου.


Γύρω του, κάποια έντομα βούιζαν πετώντας πέρα δώθε σαν να τα ενοχλούσε η παρουσία του. Θα πρέπει να με συνηθίσετε τους είπε ο άνδρας, απ’ ότι φαίνεται θα κάνουμε για πολύ καιρό παρέα. Με ανεβασμένη τη διάθεση, γέλασε με τα καμώματά του. 


Ωραία, μονολόγησε, φτάσαμε στο σημείο να μιλάμε και με τα έντομα!


Σε λίγο και με τα δέντρα, συμπλήρωσε τη σκέψη του και κοντοστάθηκε αφήνοντας το βλέμμα του να εξερευνήσει το χώρο γύρω του για πολλοστή φορά από το πρωί. Ποιός άλλος βρισκόταν στο νησί? Ήταν ένα άτομο ή περισσότεροι? 


Ήταν σίγουρος ότι η πρώτη συνάντηση δεν θα αργούσε να γίνει γεγονός. Το νησί δεν ήταν δα και τεράστιο για να μπορεί κάποιος να κρυφτεί για πολύ. Αποφάσισε ότι αφού κατάφερνε να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για διαβίωση στο νησί κι εφ’ όσον μέχρι τότε δεν είχε συναντηθεί με τον άλλο «συγκάτοικο» θα έδινε αποκλειστική προτεραιότητα στο να τον βρει. Ασχέτως αν οι μοναδικές ενδείξεις συνηγορούσαν ότι οι διαθέσεις δεν ήταν εχθρικές ωστόσο δεν του άρεσε η σκέψη ότι κάπου στο νησί τριγυρνούσε κάποιος άγνωστος. Τι να ήταν άραγε? Κάποιος λευκός ή κανένας ιθαγενής από τα μακρινά νησιά? 


Εικόνες από τον Ροβινσώνα Κρούσο πέρασαν αστραπιαία από τη σκέψη του. Χαλάρωσε φίλε, είπε δυνατά και γέλασε, τα κόκκαλα του Ντεφόου θα τρίζουν στο τάφο τους με τέτοιες ιερόσυλες σκέψεις.


Και με αυτές τις σκέψεις στο νου συνέχισε να ανεβαίνει το ρυάκι.

Η πορεία που ακολουθούσε η μικρή κοίτη ήταν αρκετά ελικοειδής όπως άλλωστε υπαγόρευαν οι νόμοι της φύσης καθώς το ρυάκι πορευόταν ανάμεσα σε βράχια και στις όποιες διαμορφώσεις του εδάφους. Ο άνδρας καταλάβαινε ότι παρά το μικρό του μέγεθος, το ρυάκι θα πρέπει να υπήρχε πολλά, μα πάρα πολλά χρόνια. Αυτό μαρτυρούσαν τα νεροφαγωμένα βράχια και οι λείες πέτρες που έβλεπε γύρω του. Σε κάποιο σημείο μάλιστα συνάντησε και τον μικρότερο «καταρράκτη» που είχε δει ποτέ. Για την ακρίβεια πρώτα τον άκουσε και μετά τον είδε. Στα αυτιά του είχε φτάσει η ήχος τρεχούμενου νερού και ακλουθώντας τον ήχο έστριψε μια ακόμα στροφή στη πορεία της κοίτης και τον είδε.

Μπροστά του ήταν μια μικρή λιμνούλα, ή μάλλον μια στέρνα με κριτήριο το μικρό της μέγεθος – στο πλατύτερο σημείο της δεν πρέπει να ήταν πάνω από 25-30 μέτρα. Μέσα στη στέρνα αυτή άδειαζε το νερό από ύψος κάτι λιγότερο από 4 μέτρα γλύφοντας το μεγάλο βράχο από την κορυφή του οποίου έπεφτε. Μπροστά, στη βάση του βράχου υπήρχε μια μεγάλη πλατιά πέτρα πάνω στην οποία έσκαγε το νερό πριν κυλήσει μέσα στη στέρνα.


Να και η ντουζιέρα σκέφτηκε και πλησιάζοντας προσεκτικά πάνω στα γλιστερά βράχια βρέθηκε να ισορροπεί πάνω στη πλατιά πέτρα με το δροσερό νερό να ξεπλένει την αλμύρα της θάλασσας από το κορμί του. Το κύμα ευφορίας που ένοιωσε όμως μετατράπηκε σε τρόμο όταν τέντωσε το χέρι του να ακουμπήσει στο μέτωπο του βράχου που βρισκόταν πίσω από το νερό. Αντί για βράχο που θα τον στήριζε, το χέρι του βρέθηκε στο κενό και πριν προλάβει να ανακόψει τη κίνηση του σώματός του βρέθηκε να περνάει μέσα από την υδάτινη κουρτίνα και να εξαφανίζεται ολόκληρος στο κενό πίσω της.


Η έκπληξη και ο τρόμος έμελλε να είναι στιγμιαία. Η πτώση του δεν ήταν παρά ελάχιστη και εξανεμίστηκε όσο γρήγορα είχε έρθει όταν ο άνδρας βρέθηκε να είναι πεσμένος πάνω σε υγρή άμμο σε ένα χώρο που τον έκρυβε επιμελώς το τρεχούμενο νερό του μικρού καταρράκτη. Με το λιγοστό φως της ημέρας που διαπερνούσε τα νερά ο άνδρας κοίταξε γύρω του.

Βρισκόταν σε μια μικρή σπηλιά με τοιχώματα νωπά από την υγρασία και καλυμμένα με  βρύα. Το σχήμα της σπηλιάς ήταν σαν χωνί, στενή στο βάθος και με άνοιγμα στον καταρράκτη. Το ύψος της οροφής στο υψηλότερο σημείο ήταν περίπου δύο μέτρα και το όλο βάθος έφτανε δεν έφτανε τα 6 μέτρα. Ο άνδρας καταλάβαινε το πώς είχε δημιουργηθεί η σπηλιά αυτή από τα νερά που είχαν διαβρώσει το βράχο και αναρωτήθηκε πόσα χρόνια είχαν χρειαστεί για να γίνει αυτό. Χιλιάδες ή και δεκάδες χιλιάδες ήταν η απάντηση που του ‘ρθε στο νου. Τόσα χρόνια για μια τρύπα που χωρούσε το πολύ 2-3 άτομα σκέφτηκε, αλλά η Φύση δεν είχε λόγω να βιάζεται όταν δημιουργούσε τις κατασκευές της.


Επανήλθε ο νους του στη προηγούμενη σκέψη του. Χωρούσαν 2-3 άτομα εκεί αλλά για ένα άτομο ήταν αρκετά πιο άνετα. Χαμογέλασε, και με τρεχούμενο νερό σκέφτηκε, ωραία κρυψώνα. Κρυψώνα? Κατάλαβε ότι η άγνωστη παρουσία στο νησί βρισκόταν πάντα στο υποσυνείδητό του. Γιατί αλλιώς θα πήγαινε ο νους του σε κρυψώνα…


Πέρασε πάλι μέσα από την κουρτίνα του νερού και βρέθηκε να απολαμβάνει για μια ακόμα φορά τη ζεστασιά της μέρας πάνω στο κορμί του. Θα ήταν ανούσιο κι επικίνδυνο να προσπαθήσει να σκαρφαλώσει το μέτωπο του βράχου οπότε με μια βουτιά βρέθηκε μέσα στη στέρνα και κατευθύνθηκε προς τη όχθη δεξιά της. Φαινόταν η πιο κατάλληλη για να συνεχίσει την εξερεύνηση του ρυακιού. Βγήκε από το νερό και τίναξε το κεφάλι του σαν σκύλος τινάζοντας το νερό από τα μαλλιά του και τα γένια του.


Από την όχθη, το έδαφος ανηφόριζε αλλά ο άνδρας ακολούθησε την κατεύθυνση που πολύ τον έφερε να βρίσκεται και πάλι στο ρυάκι και να στέκεται στο χείλος του καταρράκτη. Ούτε από ψιλά δεν υπήρχε κάποια ένδειξη που να πρόδιδε την παρουσία της σπηλιάς. Γύρισε και συνέχισε να ανεβαίνει το ρυάκι. Το ελαφρώς ανηφορικό πρανές του εδάφους δεξιά του κατέληγε στο ρυάκι και η απέναντι όχθη φαινόταν αρκετά επίπεδη αν και για άλλη μια φορά η πυκνή βλάστηση δεν του επέτρεπε να δει και πολλά.


Στην απέναντι όχθη, κάτι του τράβηξε τη προσοχή και κοίταξε πιο καλά να δει τι ήταν, κάτι κιτρινωπό έσπαγε τη μονοτονία των αποχρώσεων του πράσινου στα φυλλώματα των δέντρων. Αυτό όμως που είδε στιγμή έκανε τη καρδιά του να σκιρτήσει και το στόμα του να πλημμυρίσει. Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία. Αναγνώρισε αμέσως τα πλατιά φύλλα και φυσικά τις μπανάνες που με το βάρος τους λύγιζαν το κλαρί τους προς το έδαφος.


Φίλε μου κάποιος σ’ αγαπάει ψιθύρισε και ο νους του του απάντησε καταφατικά. Χωρίς άλλη καθυστέρηση πέρασε το ρυάκι και πλησίασε το δέντρο. Το μεγάλο τσαμπί με τις μπανάνες κρεμόταν σε μικρή μόνο απόσταση από το έδαφος έχοντας ακολουθήσει τους νόμους της βαρύτητας σε σχέση με το βάρος του και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να αποσπάσει μια μπανάνα. Το άρωμά της εισέβαλλε στα ρουθούνια του καθώς την ξεφλούδισε. Ήταν μικρότερη από τις κοινές μπανάνες των μανάβικων που ήξερε αλλά όχι τόσο ώστε να τις θεωρήσει μπανάνες «δάκτυλα», τις μικρές αρωματικές που είχε δοκιμάσει κάποιες φορές. Αναστέναξε απολαμβάνοντας την γλυκιά γεύση του φρούτου ενώ με το άλλο χέρι τραβούσε ήδη την επόμενη μπανάνα από το τσαμπί. 


Επανέλαβε αρκετές φορές την ίδια διαδικασία μέχρι που το θεώρησε σκόπιμο να μη φάει και πάρα πολλές αφού δεν γνώριζε άλλωστε και το είδος αυτό ούτε το τι ιδιαιτερότητες θα μπορούσε να κρύβει. Όσο έτρωγε είχε ήδη εντοπίσει και κάποια άλλα δέντρα σε μικρή απόσταση οπότε υπήρχαν αρκετές μπανάνες για να καταπραΰνει τη πείνα του. A, B, C και D θυμήθηκε, οι βιταμίνες που περιέχουν οι μπανάνες. Ήταν τόσο εύκολο να το θυμηθεί που ποτέ δεν το είχε ξεχάσει.


Έκοψε μερικές ακόμα και βγάζοντας το μακό μπλουζάκι του το έδεσε μανίκι με μανίκι. Έβαλε τις μπανάνες μέσα στον αυτοσχέδιο σάκο και ξεκίνησε για την υπόλοιπη εξερεύνηση του ρυακιού. Προτίμησε και πάλι να το ακολουθήσει βαδίζοντας στην όχθη όπου η πρόοδος ήταν πιο εύκολη παρά τη βλάστηση που συχνά ήταν πυκνή ακόμα και μέχρι το νερό.


Μετά από λίγη ώρα έφτασε σε ένα σημείο όπου το ρυάκι κατέληγε σε μια μικρή λιμνούλα που ήταν ακόμα μικρότερη από την άλλη με τον καταρράκτη αλλά η οποία φαινόταν να έχει αρκετό βάθος αν έκρινε από το βαθύτερο χρωματισμό του νερού της. Νερό καθαρό σαν κρύσταλλο το οποίο φαινόταν να αναβλύζει από την ίδια τη πηγή. Πηγή! Ναι αυτό ήταν! Αυτό που έβλεπε μπροστά του πρέπει να ήταν η πηγή που τροφοδοτούσε το ρυάκι. Στην απέναντι πλευρά της πηγής ένα δεύτερο ρυάκι έρρεε προς άγνωστη κατεύθυνση ανάμεσα στην πυκνή βλάστηση. Στο νου του ήρθε πάλι το ρολόι που είχε χάσει με το σκάφος, αυτό του θύμισε η εικόνα μπροστά του. Η πηγή το ρολόι και τα δυο ρυάκια να πορεύονται σε αντίθετες κατευθύνσεις σαν τα δυο λουράκια του. Έσκυψε και ήπιε από τη πηγή, το νερό ήταν δροσερό και τον ευχαριστούσε. 


Αποφάσισε να ακολουθήσει το ρυάκι της απέναντι μεριάς και αφού έφτασε εκεί παραμέρισε τους θάμνους για να μπορέσει να προχωρήσει. Αυτό που είδε πίσω από τους θάμνους ήταν κάτι το εντελώς απρόσμενο.


Μπροστά του έβλεπε μια μικρή λίμνη με πεντακάθαρα, γαλαζοπράσινα νερά περιστοιχισμένη από το γνώριμο δάσος. Η απερίγραπτη φυσική ομορφιά του έκοψε την ανάσα.
 

Κοντοστάθηκε για να απολαύσει το θέαμα που είχε ξετυλιχτεί μπροστά του. Η έκφρασή του αντικατόπτριζε πιστά τα συναισθήματά του εκείνη τη στιγμή, κάτι σαν την εκρηκτική αγαλλίαση που νοιώθει ένα παιδί ανοίγοντας το πακέτο με το δώρο των Χριστουγέννων και ανακαλύπτοντας ότι ήταν ακριβώς αυτό που είχε ζητήσει από τον Άγιο Βασίλη.

Δεν υπάρχουν σχόλια: