2.4. - Η Καλύβα
Η γυναίκα φόρεσε κάτι που έμοιαζε
με μπλουζάκι πόλο και γονάτισε να γεμίσει από τη λίμνη κάποια μπουκάλι που
έβγαλε από τη τσάντα της - ο άνδρας ανασήκωσε τα φρύδια του στο θέαμα του
μπουκαλιού, δεν ήταν κάτι που περίμενε να δει. Την παρατήρησε να πίνει από το
μπουκάλι και μετά να το ξαναγεμίζει. Τότε μόνο στάθηκε πάλι όρθια και φόρεσε
ένα τζίν παντελόνι. Έβαλε το τελευταίο ρούχο που είχε μείνει στο βράχο, ένα
πουλόβερ, μέσα στη τσάντα της και το πίεσε για να χωρέσει πριν την ασφαλίσει με
το λουρί της. Πέρασε τη τσάντα χιαστί στους ώμους της και πήρε στο χέρι το
μπουκάλι. Έριξε μια διερευνητική ματιά γύρω της και ο άνδρας ένοιωσε μια στιγμή
αγωνίας όταν κοίταξε προς το μέρος του αλλά η γυναίκα δεν φάνηκε να είδε ούτε
αυτόν ούτε κάτι άλλο που να της προκαλούσε ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σαν να αποφάσιζε επιτέλους την
κατεύθυνση που θα ακολουθούσε, γύρισε προς τον λόφο και έκανε μερικά βήματα
πριν σταματήσει, σαν να αποφάσισε εκ νέου κάτι κούνησε το κεφάλι της και
αλλάζοντας ελαφρώς κατεύθυνση πήρε αυτήν που θα την πήγαινε και πάλι προς το
λόφο αλλά από την πλευρά που βρισκόταν το ρυάκι.
Κινούμενος όσο πιο αθόρυβα
μπορούσε ο άνδρας την ακολούθησε κρατώντας αρκετά μεγάλη απόσταση και
καθοδηγούμενος περισσότερο από τους ήχους παρά από την θέα της γυναίκας η οποία
ήταν ελάχιστα ορατή ανάμεσα στη πυκνή βλάστηση και συχνά την έχανε από τα μάτια
του.
Έτσι που πάει δεν θα βρει το
ποταμάκι σκέφτηκε, θα περάσει πιο ψηλά
από τη πηγή αλλά έχει το μπουκάλι αν διψάσει. Ο ίδιος μετάνιωσε που δεν είχε
πει μια γουλιά νερό στη λίμνη πριν ξεκινήσει τη παρακολούθηση. Όχι ότι διψούσε
αλλά θα ήταν πιο συνετό αν το είχε κάνει.
Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι
παρά την σχετικά ανηφορική κλήση του εδάφους, το περπάτημα ήταν πιο άνετο.
Κοίταξε λίγο πιο προσεκτικά και είχε την αίσθηση ότι βρισκόταν πάνω σε κάποιο
παλιό μονοπάτι αλλά αν αυτό ήταν όντως έτσι το μονοπάτι ήταν ιδιαίτερα
δυσδιάκριτο και δεν μπορούσε να το πει με σιγουριά. Ήξερε ότι και η γυναίκα
μπροστά του ακολουθούσε την ίδια πορεία γιατί κατά διαστήματα διέκρινε τις
πατημασιές της στο μαλακό έδαφος.
Η γυναίκα συνέχισε να βαδίζει
μέχρι που κάποια στιγμή σταμάτησε και ο άνδρας ίσα που πρόλαβε να κρυφτεί πίσω
από ένα χαμηλό θάμνο. Φοβήθηκε ότι τον είχε ακούσει αλλά η γυναίκα δεν κοίταξε
καν πίσω της παρά έσκυψε και η ίδια και έμεινε ακίνητη κρυμμένη πίσω από ένα
δέντρο. Έμεινε έτσι ακίνητη για αρκετά λεπτά σαν να παρακολουθούσε κάτι που
βρισκόταν μπροστά της αλλά ο άνδρας δεν είχε την ορατότητα να δει τι ήταν αυτό
και περίμενε με αγωνία για να δει τι θα συνέβαινε. Κάποια στιγμή η γυναίκα
κοίταξε αργά και προσεκτικά γύρω της σαν κάτι να έψαχνε ή σαν να ερευνούσε
καλύτερα το περιβάλλον γύρω της. Λες και θα μπορούσε να τον ακούσει, ο άνδρας
εντελώς ακίνητος κράτησε την αναπνοή του μέχρι το βλέμμα της να προσπεράσει το
σημείο που κρυβόταν.
Σαν να είχε σιγουρευτεί τελικά για
το ασφαλές της κατάστασης η γυναίκα σηκώθηκε και πάλι όρθια και έκανε λίγα
βήματα μπροστά. Κοίταξε κάτι στο έδαφος και έσκυψε να το πάρει. Ό άνδρας είδε ότι
ήταν μια πέτρα σε μέγεθος γροθιάς και αναρωτήθηκε τι βρισκόταν μπροστά από τη
γυναίκα που την έκανε να θελήσει να οπλιστεί με το πρόχειρο αυτό όπλο.
Βαδίζοντας αργά η γυναίκα
προχώρησε μπροστά και ο άνδρας την ακολούθησε.
Μετά από μικρή μόνο απόσταση το
έδαφος έπαιρνε μια κατηφορική κλίση και για λίγα δευτερόλεπτα ο άνδρας την
έχασε από τα μάτια του αλλά την ξαναείδε σχεδόν αμέσως. Βρισκόταν τώρα στο
σημείο όπου η γυναίκα είχε κρυφτεί πριν λίγο και ο λόγος για τον οποίο το είχε
κάνει ήταν πλέον φανερός. Η γυναίκα βρισκόταν σε ένα μικρό ξέφωτο με το χέρι σηκωμένο
έτοιμη να πετάξει την πέτρα. Αυτό όμως που τον ξάφνιασε βρισκόταν καμιά δεκαριά
μέτρα μπροστά της.
Δεν υπήρχε καμιά αμφιβολία ότι αυτό
που έβλεπε ήταν μια πρόχειρη και προφανώς παλιά καλύβα. Ήταν κατασκευασμένη με κλαδιά
από τους γύρω φοίνικες και άλλα ξύλα ενώ διέκρινε και τα γνωστά πλατιά φύλλα από
μπανανιές. Φαινόταν εγκαταλειμμένη πολύ καιρό και έδειχνε ότι είχε υποστεί πολλές
δοκιμασίες στο έλεος του καιρού και του χρόνου.
Η γυναίκα ξεκρέμασε τη τσάντα από
πάνω της και προσεκτικά την εναπόθεσε στο έδαφος. Με το χέρι της σηκωμένο και πάντα
έτοιμο, ο άνδρας μπορούσε να διακρίνει λευκές τις αρθρώσεις από το σφίξιμο της πέτρας,
η γυναίκα προχώρησε και μπήκε στη καλύβα από το άνοιγμα που κάποτε εξυπηρετούσε
σαν πόρτα.
Η έντρομη κραυγή της από το εσωτερικό
της καλύβας έκανε τον άνδρα να πεταχτεί από τη κρυψώνα του και να τρέξει προς το
μέρος της. Ξεχασμένες πια οι όποιες επιφυλάξεις του και οι όποιες αναστολές. Ο μοναδικός
ίσως άλλος άνθρωπος στο νησί μάλλον κινδύνευε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου