2.3. - Η Γυναίκα
Έκανε ένα βήμα μπρος για να περάσει μέσα από τους θάμνους και να πλησιάσει τη λιμνούλα αλλά αυτό που ακολούθησε ήταν ακόμα πιο απρόσμενο αλλά και πιο συγκλονιστικό. Από κάπου δεξιά του και εκτός του οπτικού του πεδίου ακούστηκε ένας δυνατός παφλασμός που έκανε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκωθούν. Ένας παφλασμός που διέλυσε την αρμονία της στιγμής όπου οι μοναδικοί ήχοι που την συνόδευαν ήταν τα τιτιβίσματα των πουλιών και το βουητό των εντόμων. Ένας παφλασμός που δήλωνε την παρουσία κάποιας άλλης μορφής ζωής στη λιμνούλα και μάλιστα σεβαστών διαστάσεων.
Αστραπιαία οι σκέψεις διαδέχονταν η μια την άλλη στο μυαλό του. Κάποιο μεγάλο ψάρι? Με την πρώτη ματιά που είχε αντικρίσει τη λιμνούλα δεν είχε παρατηρήσει κανένα ενδεικτικό σημάδι για τη παρουσία ψαριών στο νερό της. Κροκόδειλος? Όχι παραήταν τραβηγμένο για αυτό το γεωγραφικό πλάτος. Μπορεί όμως να ήταν κάποιο άλλο αμφίβιο ζώο ή κάποια άλλη, μεγαλόσωμη, σαύρα.
Απέρριψε την πιθανότητα του θηλαστικού χωρίς ιδιαίτερη λογική πέραν του ότι… δεν το θεωρούσε πολύ πιθανό.
Από το άκουσμα του παφλασμού δεν θα είχαν περάσει παρά μερικά δευτερόλεπτα όταν ο ήχος επαναλήφθηκε με μικρότερη όμως ένταση. Ενστικτωδώς ο άνδρας έσκυψε για να μη προδώσει τη παρουσία του ενώ ταυτόχρονα παραμέρισε προσεκτικά τους θάμνους για να έχει περισσότερη ορατότητα προς την κατεύθυνση απ’ όπου ερχόταν ο ήχος. Η ξαφνική σκέψη όμως της παρουσίας ενός δεύτερου ανθρώπου στο νησί, που για λίγο την είχε ξεχάσει τον έκανε να μείνει και πάλι ακίνητος. Αμέσως σκέφτηκε ότι ο παφλασμός θα μπορούσε άνετα να αποδοθεί σε άνθρωπό μέσα στο νερό, κάποιον που βουτούσε ή κολυμπούσε.
Ο φόβος του μελλούμενου όμως τον έκανε επιφυλακτικό. Σε ένα τόσο μικρό νησί δεν θα μπορούσαν να μη συναντηθούν με τον άλλον ναυαγό – το θεωρούσε δεδομένο ότι επρόκειτο για ναυαγό – αλλά τι σόι άνθρωπος θα ήταν και παρά τις μέχρι τώρα καθησυχαστικές ενδείξεις, ποιες θα ήταν οι μακροπρόθεσμες προθέσεις του? Ο άνδρας επανέφερε στη μνήμη του την μικρή πατημασιά που είχε δει στη παραλία και το μικρό της μέγεθος τον ενθάρρυνε. Πρέπει να είναι μικρότερός μου σκέφτηκε. Πιθανότατα θα μπορώ να τον νικήσω αν χρειαστεί.
Αποφάσισε ωστόσο να μη κάνει γνωστή τη παρουσία του μέχρι να ολοκληρώσει τουλάχιστον μια οπτική αναγνώριση. Παρέμεινε σκυφτός και προσεκτικά κινήθηκε ανάμεσα στα κλαδιά των θάμνων για να μπορεί να έχει οπτική πρόσβαση στη περιοχή απ’ όπου είχαν ακουστεί οι παφλασμοί που τώρα είχαν αντικατασταθεί με χαλαρές μόνο αναταράξεις του νερού.
Μια κίνηση που διέκρινε ανάμεσα και πέρα από τα τελευταία κλαριά έκανε τη καρδιά του να χτυπήσει πιο έντονα. Κάποιος ήταν εκεί, όρθιος μέσα στο νερό!
Επιτέλους, σκέφτηκε ο άνδρας, επιτέλους θα δω ποιος είσαι άγνωστε και με μια αργή κίνηση παραμέρισε το τελευταίο κλαρί αποκαλύπτοντας ολόκληρο το τοπίο μπροστά του.
Ο άνδρας πήρε ακούσια μια βαθιά ανάσα με αυτό που αντίκρισε μπροστά του. Επιτέλους έβλεπε με ποιον συγκατοικούσε στο νησί αλλά οι όποιες υποθέσεις και σκέψεις που είχε κάνει για το άτομο αυτό δεν είχαν συμπεριλάβει ένα βασικό στοιχείο για την πιθανή ταυτότητά του. Ήταν εμφανές ότι δεν ήταν κάποιος άγριος ιθαγενής αλλά μια νεαρή γυναίκα!
Ο ναυαγός έμεινε ακίνητος κρατώντας ακόμα και την ανάσα του. Μόνο αυτό δεν είχε φανταστεί. Πώς να βρέθηκε εδώ στο νησί μια γυναίκα? Η απορία τον έκανε και πάλι επιφυλακτικό και άφησε το κλαρί να επανέλθει στη θέση του παρέχοντας και πάλι κάλυψη. Μια γυναίκα μόνη στο νησί? Του φαινόταν πολύ περίεργο. Ή μήπως δεν ήταν μόνη? Ξανακατέβασε το κλαρί για να την δει και πάλι.
Η γυναίκα του είχε τη πλάτη γυρισμένη και στεκόταν μέσα στο νερό το οποίο έφτανε μέχρι τους γλουτούς της. Ήταν γυμνή κι αν και ήταν ηλιοκαμένη ήταν σίγουρος ότι ήταν λευκή. Τα μακριά μαύρα της μαλλιά ήταν βρεγμένα και με τα δύο της χέρια φαινόταν να τα έστυβε για να φύγουν τα νερά. Προφανώς είχε μόλις ολοκληρώσει το μπάνιο της και στεκόταν τώρα στα ρηχά πριν βγει απ’ το νερό. Ο άνδρας είδε ότι στα βράχια λίγο μακρύτερα υπήρχε μια μικρή στοίβα που προφανώς ήταν τα ρούχα της και κάτι που έμοιαζε με μικρή τσάντα.
Ο άνδρας έμεινε για λίγο ακίνητος και αναποφάσιστος για το τι θα έπρεπε να κάνει. Οι όποιοι φόβοι του για τον άγνωστο του νησιού είχαν εξανεμιστεί, περίεργο ή μη δεν είχε κανένα στοιχείο που να συνηγορεί και για άλλους στο νησί και ομολογουμένως η παρουσία της δεν ήταν ότι χειρότερο θα μπορούσε να του είχε συμβεί. Ήθελε να φανερωθεί και να την πλησιάσει αλλά δεν το έκανε. Η γυναίκα ήταν γυμνή και καταλάβαινε ότι αυτό θα της προκαλούσε μια αμηχανία να εμφανιζόταν ξαφνικά ένας άγνωστος μπροστά της. Ήξερε ότι οι πρώτες εντυπώσεις συχνά καθορίζουν και τις μετέπειτα σχέσεις και δεν θα ήθελε να κάνει μια λανθασμένη αρχή. Ένας θεός ήξερε το πώς είχαν βρεθεί στο νησί αυτό και το πώς θα επιβίωναν αλλά η ύπαρξη ενός άλλου ανθρώπου πιθανώς να ήταν καθοριστική για το αν θα τα κατάφερναν ή όχι.
Έστρεψε πάλι το βλέμμα του και κοίταξε ανάμεσα στις φυλλωσιές. Η γυναίκα κινιόταν αργά προς την όχθη και όταν την έφτασε έκατσε πάνω σε ένα λείο βράχο. Κοίταξε λίγο γύρω της και απλώνοντας το χέρι της έσυρε τα ρούχα της και την τσάντα πιο κοντά. Τα τακτοποίησε για μαξιλάρι και ξάπλωσε αφήνοντας τις ηλιαχτίδες να αντανακλούν σαν διαμαντόσκονη πάνω στο βρεγμένο της κορμί.
Μια γνώριμη αλλά σχεδόν ξεχασμένη αίσθηση διαπέρασε το κορμί του ξαφνιάζοντάς τον. Την κατέστειλε συνειδητά και έκατσε οκλαδόν προσέχοντας να μη κάνει το παραμικρό θόρυβο και να μη προκαλέσει τη παραμικρή κίνηση στους θάμνους που τον έκρυβαν. Θα περίμενε μέχρι η γυναίκα να ντυθεί πριν κάνει την όποια κίνησή του.
Έβγαλε μια μπανάνα από τον
αυτοσχέδιο σάκο και άρχισε να την τρώει αργά.
Πέρασαν αρκετά λεπτά χωρίς κανείς
απ’ τους δύο να κάνει την όποια κίνηση μέχρι που κάποια στιγμή η γυναίκα γύρισε
το σώμα της πρηνηδόν. Ο άνδρας παρακολούθησε τις κινήσεις της γυναίκας με
θαυμασμό. Καλά γυμνασμένη σκέφτηκε. Και όμορφη, συμπλήρωσε τη σκέψη του και αμέσως
ένοιωσε το πρόσωπό του να φουντώνει καθώς κοκκίνισε. Ένοιωσε μια αμηχανία για
την αντίδρασή του και αναρωτήθηκε τι την είχε προκαλέσει. Δεν ήταν ή πρώτη φορά
που έβλεπε γυναίκα γυμνή και από τα τελευταία για τα οποία θα μπορούσε να τον
κατηγορήσει κανείς ήταν η σεμνοτυφία. Αγνόησε λοιπόν την αντίδρασή του αυτή
αιτιολογώντας την στον εαυτό του ως ανεξέλεγκτες ορμονικές διαδικασίες.
Πέρασε έτσι κάποια ώρα όπου οι
μοναδικές τους κινήσεις ήταν οι νωχελικές μικρές αλλαγές θέσεως από τη γυναίκα
πάνω στο σκληρό βράχο και οι προσεκτικές κινήσεις του άνδρα για να βολευτεί
καλύτερα στο σημείο απ’ όπου την παρατηρούσε.
Τι να σκέφτεται άραγε,
αναρωτήθηκε ο άνδρας. Πάντως δεν φαίνεται να περιμένει κάποιον. Ήταν δυνατόν να
είναι μόνη της στο νησί? Πως στο καλό βρέθηκε εδώ πάνω? Αυτές οι σκέψεις
στριφογύριζαν στο μυαλό του χωρίς να διαφαίνεται κάποια πιθανότητα να λάβει
απάντηση. Μόνο η ίδια θα μπορούσε να του απαντήσει στα ερωτήματα αυτά αλλά προς
το παρόν ο άνδρας προτίμησε να επιμείνει στην απόφασή του και να μη φανερωθεί
όσο η γυναίκα ήταν ακόμα γυμνή. Μια σκέψη επανήλθε στο μυαλό του για να του
υπενθυμίσει ότι η απάντησή της είχε προτεραιότητα στο να απαντηθεί, το αν η
γυναίκα ήταν μόνη ή όχι. Η παρουσία τρίτου και δη άλλου άνδρα στο νησί μπορεί
να έκρυβε κάποια απειλή. Ακόμα μεγαλύτερη απειλή αν στο νησί υπήρχαν ακόμα
περισσότεροι αφού δεν μπορούσε να φανταστεί το πώς και γιατί μπορεί να
βρισκόντουσαν εκεί.
Αποφάσισε λοιπόν ότι θα ήταν
φρόνιμο να μη κάνει καμιά εμφάνιση ακόμα και όταν θα είχε ντυθεί η γυναίκα αλλά
να την παρακολουθήσει για λίγο μέχρι να σιγουρευτεί ότι ήταν μόνη της. Ένοιωσε
μια ανακούφιση με την απόφαση αυτή και αναρωτήθηκε γιατί. Μήπως επειδή τον
έβγαζε από το δίλημμα του τρόπου της εμφάνισής του και της προσέγγισης της
άγνωστης?
Ένα σιωπηλό χαμόγελο φώτισε το
πρόσωπό του. Σαν μαθητούδι κάνεις φίλε μονολόγησε από μέσα του, πάψε να κάνεις
σαν ερωτευμένος για μια γυναίκα που δεν έχεις γνωρίσει ακόμα και που την
πρωτοείδες από μακριά πριν καν’να μισάωρο. Μάλλον είμαι πολύ καιρό στη θάλασσα
σκέφτηκε.
Οι όποιες περαιτέρω σκέψεις του
διακόπηκαν απότομα όταν είδε τη γυναίκα να σηκώνεται όρθια και να τεντώνεται
για να ξεμουδιάσει. Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι δημιουργοί αποδίδουν υποχρέωση
και τιμές στις μούσες τους σκέφτηκε. Αλλά η ποιητική του διάθεση εξανεμίστηκε
σαν είδε τη γυναίκα να μαζεύει τα ρούχα της και να ντύνεται. Φεύγει σκέφτηκε
και έκλεισε γρήγορά τον αυτοσχέδιο σάκο με τις μπανάνες για να την ακολουθήσει.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου