2.7 - Οι λάμψεις
Χωρίς να το καταλάβουν καλά-καλά η τροπική νύχτα έπεσε απότομα και η
γνώριμη εικόνα των ολοφώτεινων άστρων στον άσπιλο ουρανό τους μάγεψε
όπως πάντα μαγεύει αυτούς που μπορούν να το νοιώσουν.
Τελείωσαν
το δείπνο τους και ξάπλωσαν πίσω στηριζόμενοι στους αγκώνες τους
κοιτώντας τη λιμνοθάλασσα. Οι αντανακλάσεις του ουρανού πάνω στα
κρυστάλλινα νερά έστησαν τον χορό τους και σε λίγη ώρα φάνηκε και η
σελήνη που έκανε ντροπαλά την εμφάνισή της πίσω τους.
Έμειναν
αρκετή ώρα έτσι αμίλητοι, ο καθένας βυθισμένος στις σκέψεις του. Και η
σκέψη του καθενός δεν αφορούσε άλλο από τον άνθρωπο που βρισκόταν πλάι
του.
Κάποια στιγμή ο άντρας σηκώθηκε και χωρίς να πει κουβέντα βγήκε από τον κύκλο του λιγοστού φωτός που πρόσφερε η φωτιά. Η γυναίκα άκουγε τις κινήσεις του και κάποιους ήχους σαν θροΐσματα, σαν να μετακινούσε κλαριά ή κάτι ανάλογο. Ο άντρας επέστρεψε και η γυναίκα είδε ότι στην αγκαλιά του κρατούσε αρκετά φοινικόφυλλα και άλλα πλατιά φύλλα – σαν κι αυτά με τα οποία τον είχε σκεπάσει το προηγούμενο βράδυ.
«Τα είχα μαζέψει νωρίτερα όσο ήσουν στα βράχια» της είπε. «θα μας χρειαστούν νομίζω για απόψε και αύριο βλέπουμε για κάτι καλύτερο».
Η γυναίκα κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και χωρίς άλλη απάντηση σηκώθηκε και πρόσθεσε λίγα ξύλα ακόμα στη φωτιά. Μετά παρατήρησε τον άντρα που είχε αρχίσει να ετοιμάζει ένα στρώμα με τα φοινικόφυλλα δίπλα στη φωτιά. Πάνω τους έστρωσε κάποια από τα πλατύφυλλα και μετά την κοίταξε.
«Από ποια μεριά θες να σου στρώσω;» την ρώτησε ξαφνιάζοντάς την.
Δεν περίμενε την ερώτησή του και μετά από μια παύση του απάντησε, «άσε θα το φτιάξω μόνη μου».
«Όπως θέλεις» είπε ο άντρας, «δεν μου είναι κόπος πάντως».
«Σε ευχαριστώ» απάντησε η γυναίκα και ήταν η σειρά του να αναρωτηθεί το πώς και γιατί.
Η γυναίκα άρχισε να ετοιμάζει το δικό της στρώμα στην απέναντι μεριά της φωτιάς κι εκείνος δεν μπορούσε παρά να παραδεχθεί ότι η νεαρή αυτή γυναίκα διέφερε σίγουρα από τις συνηθισμένες. Έδειχνε να ξέρει πολύ καλά το τι έκανε και γιατί. Θα ‘λεγε κανείς ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που έστρωνε για να κοιμηθεί στην ύπαιθρο.
Ξαπλώσανε και έμειναν να κοιτούν σιωπηλοί τα άστρα από πάνω τους. Η νύχτα είχε απλώσει για τα καλά το σκοτεινό της πέπλο και οι άνθρωποι αφέθηκαν στη γαλήνια εξάντληση που νοιώθει κανείς μετά από μια γεμάτη ημέρα ζωής.
Ήταν πολλά τα ερωτήματα που θα ήθελε να θέσει ο ένας στον άλλον αλλά σαν να είχαν φτάσει σε μια σιωπηλή συμφωνία κανείς δεν είπε κουβέντα. Σαν η συμφωνία αυτή να αφορούσε τη ακαταλληλότητα της στιγμής για τη συζήτηση θεμάτων ήσσονος σημασίας. Το μόνο που ξεχώριζε σε σημαντικότητα ήταν το ότι είχαν επιβιώσει από κάποια απρόσμενη εξέλιξη στην καθημερινότητά τους και ότι εκ πρώτης όψεως η κατάστασή τους δεν ήταν όσο τραγική ή όσο απελπιστική θα μπορούσε να ήταν. Και το κοινό τους σημείο, αν και κανείς δεν το εξέφραζε, ήταν το γεγονός ότι είχαν ο ένας τη συντροφιά του άλλου. Μια συντροφιά που μέχρι στιγμής είχε μόνο θετικά στοιχεία και που ενδόμυχα την απολάμβαναν και όπου η παρουσία του άλλου αποτελούσε ένα σημαντικό στήριγμα για τον καθένα τους. Θα ήταν πολύ πιο ζοφερή η κατάσταση αν είχαν βρεθεί μόνοι τους στο νησί.
Αποκοιμήθηκαν χωρίς να το καταλάβουν αλλά ο ύπνος τους δεν ήταν αυτός που θα ήθελαν. Παρά την κούρασή τους, τα άβολα στρωσίδια τους αλλά και η συνθήκες της περίστασης τους έκανε να ξυπνούν συχνά. Άλλοτε έδρατταν την ευκαιρία να προσθέσουν λίγα ξύλα ακόμα στη φωτιά και άλλοτε να τακτοποιήσουν κάπως καλύτερα τα στρωσίδια τους για να είναι πιο βολικά.
Σε μια τέτοια στιγμή, η γυναίκα σκούντηξε απαλά τον άντρα ο οποίος πετάχτηκε καθιστός με το βλέμμα του να σαρώνει το σκοτάδι γύρω τους.
«Τι είναι;» την ρώτησε.
«Συγνώμη που σε ξύπνησα» του απάντησε ψιθυριστά, «κάτι είδα και δεν ξέρω τι είναι αλλά θεώρησα καλύτερα να σε ξυπνήσω για …. Νάτο! Κοίτα εκεί!».
Με το χέρι της έδειξε προς την περιοχή αριστερά της λιμνοθάλασσας
Ο άνδρας μόλις που πρόλαβε να δει δυο κόκκινες λάμψεις στο σκοτεινό φόντο. Σαν κάποιος νε έκανε σινιάλο με φακό!
Τα βλέμματά τους έμειναν καθηλωμένα στο σημείο εκείνο και η γυναίκα είπε ψιθυριστά: «έτσι κάνει από τη στιγμή που το είδα. Κάτι κόκκινες λάμψεις, τρεις νομίζω, και μετά σβήνει για να αρχίσει πάλι μετά από λίγο».
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη πρόταση και είδαν τις τρεις λάμψεις που ακολούθησε η παύση. Βλέποντας τα, ο άντρας συνειδητοποίησε ότι το θέαμα αυτό κάτι του θύμιζε.
«Τι στο διάολο…» μουρμούρισε. Γύρισε προς τη γυναίκα. «Αν και είναι μάλλον παράλογη η σκέψη αυτό μου θυμίζει κάτι σαν φωτισμένη σημαδούρα ή κάτι τέτοιο ή… ή το φωτάκι πορείας σε κάποιο σκάφος. Είχα κι εγώ ένα τέτοιο στο σκάφος μου και…». Ο άντρας άφησε τη φράση του ανολοκλήρωτη και τα μάτια του έδειξαν την έκπληξη που του προκάλεσε η σκέψη του, έστω και στο λιγοστό πλέον φως της φωτιάς.
Η γυναίκα σαν να είχε καταλάβει κι αυτή το τι ήθελε να πει ο άντρας τον κοίταξε με ύφος ανάλογο.
«Το σκάφος σου;»
Τότε ο άντρας θυμήθηκε αυτό που είχε παρατηρήσει το πρωί κατεβαίνοντας από τον λόφο, αυτό που του είχε φανεί σαν κατάρτι!
«Δεν μπορώ να καταλάβω» είπε στη γυναίκα. «Το πρωί είχα ανεβεί ψιλά σε ένα λόφο για να πάρω μια ιδέα για το νησί και κατεβαίνοντας είχα δει κάτι που μου φάνηκε σαν κατάρτι. Δεν πήγα να το διερευνήσω όμως γιατί προείχε το να βρω πόσιμο νερό».
Χαμογέλασε και συμπλήρωσε, «μετά βρήκα εσένα και το ξέχασα εντελώς».
«Λες να είναι από το δικό σου σκάφος;»
«Ειλικρινά δεν ξέρω» απάντησε αυτός. «Δεν θυμάμαι τι έγινε και βρέθηκα εδώ στο νησί. Τη μια στιγμή βρισκόμουν στη θάλασσα πάνω στο σκάφος μου και την άλλη στη παραλία. Πάντως στο σκάφος είχα ένα τέτοιο φως πορείας το οποίο λειτουργούσε με ηλιακές κυψέλες. Όλη μέρα φόρτιζε και το βράδυ άναβε… έτσι!».
Μόλις είχε φανεί η πρώτη λάμψη και αυτό έδειχνε ο άντρας. Ακολούθησαν άλλες δύο και πάλι σκοτάδι.
«Ναι, μπορεί να έχει προσαράξει εκεί το σκάφος μου!» είπε με ενθουσιασμό. «Μόλις χαράξει πρέπει να πάμε να δούμε! Ίσως να μην έχει πάθει μεγάλη ζημιά». Θυμήθηκε τότε τη έντονη κλίση που είχε το κατάρτι που είχε δει. Τώρα ήταν σίγουρος ότι ήταν κατάρτι. «Ή ίσως να επισκευάζεται» συμπλήρωσε.
Είδαν πάλι τις τρεις λάμψεις στο ίδιο σημείο. Αν και δεν μπορούσαν να διακρίνουν που ακριβώς βρισκόταν αυτό, ήταν φανερό ότι ήταν ακίνητο.
«Ας ξανακοιμηθούμε τότε» πρότεινε η γυναίκα. «Αύριο θα είναι μάλλον μια πολυάσχολη μέρα».
Με την τελευταία όμως ανακάλυψη, ο ύπνος τους ήρθε με αρκετή δυσκολία. Οι σκέψεις γύρω από την πιθανότητα να βρουν ένα σκάφος και το τι αυτό θα σήμαινε ταλάνιζε για πολύ ώρα το νου τους.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου