Χάνομαι μέσα στην ξένη γη. Αφήνω το παρόν να αφορά άλλους. Βρίσκομαι στη στιγμή και τίποτα άλλο δεν υπάρχει. Ξανά και ξανά βγαίνω και βυθίζομαι. Κάτω από το νερό τα βρύα μου γαργαλάνε τις πατούσες. Η έλλειψη άνωσης με τραβάει προς τα κάτω και για λίγο μπαίνω στο πειρασμό να αφεθώ. Να φύγω.
Θυμάμαι τα ρούχα που έβγαλα και βγαίνω για λίγο. Μόνο να τα πάρω για πλύσιμο. Δεν βιάζομαι καθόλου να στεγνώσουν. Ξαπλώνω και ξεχνιέμαι στον ήλιο με μια περίεργη αίσθηση ότι δεν είμαι μόνη. Θυμήθηκα το ναυαγό κι αναρωτήθηκα που να βρίσκεται. Πρέπει να τον ψάξω. Να ξέρω τουλάχιστον που βρίσκεται. Νομίζω κοιμήθηκα και ξύπνησα από το κάψιμο του ήλιου στα πόδια. Μαζεύω τα στεγνά ρούχα και ντύνομαι βιαστικά σαν κάποιος να με παρακολουθεί. Αναρωτιέμαι ποιόν δρόμο να πάρω. Τελικά κατευθύνομαι πάλι στο εσωτερικό του νησιού, παραμερίζοντας θάμνους και χαμηλά κλαδιά που ακόμη και η απλή επαφή τους, προκαλεί πόνο στα τσουρουφλισμένα μου πόδια. Νοιώθω χαζή που αφέθηκα έτσι στον άγνωστο ήλιο. Προσπαθώ να αποφύγω ένα θάμνο με περίεργο φύλλωμα και σηκώνοντας το κεφάλι με περιμένει η θέα μιας αχυροκαλύβας με ξεχαρβαλωμένη πόρτα και πολλή εγκατάλειψη στην όψη. Σηκώνω από κάτω μια πέτρα, δήθεν για άμυνα και πλησιάζω πολύ αργά λες και κάποιος θα πεταχτεί από μέσα να με τρομάξει. Φαίνεται πως δεν υπάρχει κανείς. Έλλειψη ήχου και μυρωδιάς ανθρώπου. Μπαίνω μέσα χωρίς να το σκεφτώ παραπάνω και αιφνιδιάζομαι από την εικόνα του παρ ολίγον συγκάτοικου στο νησί. Ένας ασπρισμένος σκελετός, ανθρώπου κατά τα φαινόμενα, βρίσκεται στην γωνιά της καλύβας, που κρύβεται στη σκιά. Δεν συγκρατώ την κραυγή τρόμου που αυθόρμητα έρχεται μέχρι το λαρύγγι μου. Η εικόνα του μοναχικού τέλους, με σοκάρει περισσότερο από την πραγματικότητα που έχω μπροστά μου. Βγαίνω τρέχοντας και πέφτω μέσα... σε μια αγχωμένη αγκαλιά.
Θυμάμαι τα ρούχα που έβγαλα και βγαίνω για λίγο. Μόνο να τα πάρω για πλύσιμο. Δεν βιάζομαι καθόλου να στεγνώσουν. Ξαπλώνω και ξεχνιέμαι στον ήλιο με μια περίεργη αίσθηση ότι δεν είμαι μόνη. Θυμήθηκα το ναυαγό κι αναρωτήθηκα που να βρίσκεται. Πρέπει να τον ψάξω. Να ξέρω τουλάχιστον που βρίσκεται. Νομίζω κοιμήθηκα και ξύπνησα από το κάψιμο του ήλιου στα πόδια. Μαζεύω τα στεγνά ρούχα και ντύνομαι βιαστικά σαν κάποιος να με παρακολουθεί. Αναρωτιέμαι ποιόν δρόμο να πάρω. Τελικά κατευθύνομαι πάλι στο εσωτερικό του νησιού, παραμερίζοντας θάμνους και χαμηλά κλαδιά που ακόμη και η απλή επαφή τους, προκαλεί πόνο στα τσουρουφλισμένα μου πόδια. Νοιώθω χαζή που αφέθηκα έτσι στον άγνωστο ήλιο. Προσπαθώ να αποφύγω ένα θάμνο με περίεργο φύλλωμα και σηκώνοντας το κεφάλι με περιμένει η θέα μιας αχυροκαλύβας με ξεχαρβαλωμένη πόρτα και πολλή εγκατάλειψη στην όψη. Σηκώνω από κάτω μια πέτρα, δήθεν για άμυνα και πλησιάζω πολύ αργά λες και κάποιος θα πεταχτεί από μέσα να με τρομάξει. Φαίνεται πως δεν υπάρχει κανείς. Έλλειψη ήχου και μυρωδιάς ανθρώπου. Μπαίνω μέσα χωρίς να το σκεφτώ παραπάνω και αιφνιδιάζομαι από την εικόνα του παρ ολίγον συγκάτοικου στο νησί. Ένας ασπρισμένος σκελετός, ανθρώπου κατά τα φαινόμενα, βρίσκεται στην γωνιά της καλύβας, που κρύβεται στη σκιά. Δεν συγκρατώ την κραυγή τρόμου που αυθόρμητα έρχεται μέχρι το λαρύγγι μου. Η εικόνα του μοναχικού τέλους, με σοκάρει περισσότερο από την πραγματικότητα που έχω μπροστά μου. Βγαίνω τρέχοντας και πέφτω μέσα... σε μια αγχωμένη αγκαλιά.
1 σχόλιο:
"σε μια αγχωμένη αγκαλιά."?
:)
Δημοσίευση σχολίου